Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Αλήθειες


Εισέπραξα χθες ένα ασυνήθιστο σχόλιο από ασθενή: «Γιατρέ, άλλοι ζητούν περισσότερα και λένε λιγότερα», εννοώντας ότι χρεώνουν ακριβά τις επισκέψεις τους αλλά δεν προσφέρουν επαρκή πληροφόρηση, όσα δηλ. θέλει και δικαιούται να μάθει ο άρρωστος. Είχε προηγηθεί μια συζήτηση ‘δύσκολη’: η διάγνωση του καρκίνου ήταν σχεδόν βέβαιη με βάση τα κλινικά σημεία και την ακτινολογική εικόνα, απλώς οι βιοψίες δεν έδιναν ξεκάθαρο αποτέλεσμα και χρειαζόταν περαιτέρω έρευνα. Ευτυχώς μιλούσαμε ανοιχτά. Με τα χρόνια διαπιστώνω ότι η δουλειά μας στον τομέα αυτό έχει γίνει πιο εύκολη: οι άρρωστοι τολμούν και μιλούν για τον καρκίνο χωρίς περιφράσεις και ευφημισμούς και υπεκφυγές, σε βαθμό που ήταν αδιανόητος πριν μερικές δεκαετίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι περιττή η δική μας ευαισθησία απέναντι στους ίδιους και στο όλο θέμα. Μπορεί να λείπει το υπερβολικό άγχος της συγκάλυψης που κυριαρχούσε κάποτε, αλλά η αλήθεια πρέπει να προσφέρεται σαν φάρμακο και όχι σαν ‘φαρμάκι’, στη σωστή δόση, στον κατάλληλο χρόνο, με τον ανάλογο τρόπο, με τη διάκριση και την ενσυναίσθηση (= μπαίνοντας στη θέση του αρρώστου) που αρμόζει σε μια αναγγελία που ανατρέπει τη ζωή των άλλων.

     Γυρίζοντας στον δικό μου ασθενή, του είπα: «Αν χρέωνα ανάλογα με τα όσα λέω, θα ήμουν πολύ πλούσιος». Γελάσαμε και οι δύο, μια φυσική εκτόνωση μιας φορτισμένης κατάστασης. Η πολυδάπανη ιατρική δεν είναι απαραίτητα και η καλύτερη.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

Φαιδρότητες


Είδηση της ημέρας θα την έλεγε κανείς, μια και ξεφεύγει από τα συνηθισμένα [ΕΔΩ και ΕΔΩ]. Δυο γυναίκες υπάλληλοι του Υπουργείου Πολιτισμού ανέφεραν στην αστυνομία ότι ανήλικοι παρακολουθούσαν (ενώ δεν επιτρεπόταν με βάση τον χαρακτηρισμό της) την ταινία ‘Τζόκερ’ σε κινηματογράφους της Αθήνας. Αποτέλεσμα ήταν να απομακρυνθούν κάμποσοι ανήλικοι από τους εν λόγω κινηματογράφους. Περαιτέρω αποτέλεσμα; Να κινηθούν υπηρεσιακές διώξεις σε βάρος των δυο γυναικών με βάση τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα… για ποιο λόγο; Επειδή κατήγγειλαν μια παρανομία και ζήτησαν να εφαρμοσθεί ο νόμος; Κι αν έκαναν τις ίδιες καταγγελίες χωρίς υπαλληλική ιδιότητα, θα ασκούσε το κράτος ποινική δίωξη σε βάρος τους;
     Όπως αναμενόταν, το γεγονός έσπευσαν να καταδικάσουν οι προοδευτικοί κάθε απόχρωσης, ενώ οι δημοσιογράφοι βρήκαν το βολικό επιχείρημα: εδώ οι ανήλικοι βλέπουν οτιδήποτε στον υπολογιστή ή το κινητό τους, ο κινηματογράφος μας πείραξε; Με τη λογική αυτή, τι νόημα έχουν οι διάφοροι ‘ηλικιακοί’ χαρακτηρισμοί των ταινιών και των τηλεοπτικών προγραμμάτων; Αφήστε τα όλα ξέφραγα, και ό,τι θέλει ας γίνει. Και μη ζητάτε από υπαλλήλους, δασκάλους, αστυνομικούς και άλλους δημόσιους λειτουργούς ή και απλούς πολίτες να κάνουν το καθήκον τους: εκείνοι θα βρεθούν μπλεγμένοι σε κάθε περίπτωση.
     Αυτά συμβαίνουν στη λεγομένη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, όπου ακόμη και το επίσημο κράτος φαίνεται να ενεργεί υπό την επήρεια του φόβου μην τυχόν χαρακτηρισθεί αναχρονιστικό, καθυστερημένο, και τέλος πάντων μη προοδευτικό. Με τις υγείες μας.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Ρωμέικα


Ένα από τα προσφιλή αναγνώσματα της παιδικής ηλικίας μου ήταν οι ιστορίες του Νασρεντίν Χότζα. Όσοι δεν τις διάβασαν, στερούνται μια αστείρευτη πηγή γέλιου αφενός και ένα απόθεμα ανατολίτικης λαϊκής σοφίας αφετέρου. Από τις πιο γνωστές είναι εκείνη για τον φούρνο που έχτισε ο Χότζας στην αυλή του. Εκεί που τελείωνε το χτίσιμο, περνάει ένας γείτονας και του λέει: «Βρε Χότζα, την πόρτα του φούρνου δεν τη βάζουν προς τον βοριά!» Ο Χότζας ξύνει το κεφάλι του, γκρεμίζει τον φούρνο και τον χτίζει ανάποδα. Ο επόμενος επισκέπτης του λέει ότι καλύτερα είναι να βλέπει προς την ανατολή, ο άλλος προς τη δύση, και κάθε φορά καινούργιο γκρέμισμα και χτίσιμο. Τέλος, χτίζει τον φούρνο πάνω σ’ ένα κάρο. Όταν ο γείτονας σταματάει για το σχόλιό του, ο Χότζας τον προλαβαίνει: «Από ποια μεριά θέλεις την πόρτα; Ορίστε!» και στρέφει το κάρο προς την αντίστοιχη κατεύθυνση. Κι έτσι όλοι είναι ευχαριστημένοι.
   Γιατί θυμήθηκα τον Χότζα και τον φούρνο του; Διότι κάπως έτσι συμπεριφέρονται τα πολιτικά κόμματα σε σχέση με την ψήφο των αποδήμων. Όλοι τη θέλουν, αλλά ο καθένας με τον τρόπο του. Άλλος για την επικράτεια, άλλος για τις περιφέρειες, άλλος για όλους και άλλος για τους μισούς. Με μια νοοτροπία εντελώς ανατολίτικη, όχι με τη θυμόσοφη αλλά με την πονηρή έννοια του όρου. Κίνητρο σε κάθε περίπτωση το πώς θα κερδίσω εγώ ή τουλάχιστον πώς δεν θα ωφεληθεί ο αντίπαλος από την α ή β επιλογή συστήματος. Όπως άλλωστε και με τον εκλογικό νόμο ή άλλα παρόμοια θεσμικά μέτρα. Νομοθεσία α λα καρτ. «Ρωμέικα πράγματα», θα έλεγε ο μακαρίτης Patrick Leigh Fermor, που είχε διαβάσει με ακρίβεια τον τρόπο σκέπτεσθαι του σύγχρονου Έλληνα.     

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Ομοφωνία

Όταν ακούμε πολιτικούς αρχηγούς να μιλούν για ‘μέγιστη δυνατή συναίνεση’ και για επιδίωξη ‘κοινής συνισταμένης’ όταν πρόκειται να συζητήσουν σοβαρά θέματα όπως την εκλογή προέδρου δημοκρατίας (πάλι τα ίδια με το 2014 θ’ αρχίσουμε;), τον εκλογικό νόμο και την ψήφο των Ελλήνων της διασποράς, μπορούμε με ασφάλεια να βάλουμε στοίχημα ότι θα ακολουθήσει κάποιο ψέμα. Εξ ορισμού, στην πολιτική γλώσσα ’συναίνεση’ σημαίνει «να συμφωνήσουν οι άλλοι μαζί μου». Όταν μάλιστα ακούμε και δηλώσεις όπως π.χ. ότι τέτοια θέματα δεν προσφέρονται για μικροκομματική εκμετάλλευση ή για επικοινωνιακά παιχνίδια και ότι η ψήφος δεν πρέπει να διχάσει τους Έλληνες του εξωτερικού και άλλα παρόμοια, αναρωτιόμαστε αν είμαστε ξύπνιοι ή εν υπνώσει. Ποιος παίζει τέτοια παιχνίδια ή εκμεταλλεύεται κομματικά καταστάσεις αν όχι οι ίδιοι πολιτικοί αρχηγοί που κάνουν τις δηλώσεις; Δυστυχώς, κανείς δεν εξαιρείται από το άθλημα αυτό, και μάλιστα όταν κατέχει ή επιδιώκει εξουσία. Αν δεν θέλεις να παίζεις, λες ένα ξεκάθαρο ναι ή όχι και τέλειωσε, διότι «το περισσόν εκ του πονηρού εστι». Μπορούμε ακούγοντας τα παραπάνω να βάλουμε τα κλάματα ή να βγούμε από τα ρούχα μας από αγανάκτηση, αλλά δεν κερδίζουμε τίποτε. Κι έτσι κουνάμε το κεφάλι με κυνισμό και λέμε μέσα μας: «Ήμουνα νιος και γέρασα». Αν παρ’ ελπίδα τύχει και δούμε το ‘θαύμα’, θα σταυροκοπηθούμε ξαφνιασμένοι και θα πούμε «δόξα τω Θεώ». Κι έπειτα θα ψάξουμε στα ψιλά γράμματα, μήπως μας ξέφυγε καμιά λεπτομέρεια. 

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Αντίμετρα

Ακούμε κάθε τόσο από αυτούς που αρέσκονται να αναδιφούν στην ιστορία να διατυπώνουν σχόλια, κρίσεις και υποθέσεις π.χ. για το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ ή για την πολιτική κατευνασμού (appeasement) του Τσάμπερλεν προς τον Χίτλερ ή άλλα παρόμοια ιστορικά συμβάντα («τι θα γινόταν αν…» ή «αν δεν…»). Το μόνο βάσιμο συμπέρασμα απ’ όλες αυτές τις αναλύσεις είναι ότι τίποτε από αυτά δεν εμπόδισε τον Αδόλφο να εισβάλει στην Πολωνία και να αρχίσει τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τα τραγικά του αποτελέσματα. Τα υπόλοιπα είναι ιστορική φαντασία.
     Έτσι και τώρα. Η υπερφίαλη διγλωσσία του Αμερικανού προέδρου από τη μία, η ανοχή των Ρώσων από την άλλη, οι χλιαρές δηλώσεις των Ευρωπαίων ηγετών, οι συγκρατημένες προειδοποιήσεις κάποιων που τολμούν να ψελλίσουν τις ανησυχίες τους, δεν ανακόπτουν, απεναντίας χαϊδεύουν τον Ερντογάν και τον ωθούν να συνεχίσει μια εισβολή σε άλλη χώρα (όπως ώθησαν και τον προκάτοχό του Ετσεβίτ να προχωρήσει στον ‘Αττίλα’ και την κατοχή της μισής Κύπρου). Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις ή αυταπάτες: αναχαίτιση στρατιωτικής ισχύος με διπλωματικές δηλώσεις δεν γίνεται. Αυτές έχουν την όποια αξία τους πριν αρχίσουν οι επιχειρήσεις. Από εκεί και μετά δυστυχώς τον λόγο έχει η σκληρή γλώσσα των όπλων, αλλά και οικονομικών και άλλων αντιποίνων που πραγματικά πονάνε. Πρόχειρα παραδείγματα: πάγωμα των καταθέσεων στο εξωτερικό και κάθε οικονομικής σχέσης του υπόλοιπου κόσμου με την Τουρκία, αναστολή κάθε ενταξιακής ή άλλης διαπραγμάτευσης, αποκλεισμός από συνέδρια, αθλητικές ή άλλες διοργανώσεις, με άλλα λόγια γενικό εμπάργκο μέχρι τη λήξη της πολεμικής δράσης.
     «Καλά, που ζεις; Γίνονται τέτοια πράγματα;» θα ρωτήσει κάποιος. Όχι βέβαια, ιδίως όταν έχεις να κάνεις με ‘ηγέτες’ που κάνουν σχόλια του τύπου «Μας αρέσουν οι Κούρδοι, αλλά δεν μας βοήθησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μας βοήθησαν στη Νορμανδία» (Ντ. Τραμπ, χθες). Περίπου σα να λέμε εμείς «Σύμμαχοί μας οι Αμερικανοί, αλλά δεν ήταν δίπλα μας στους περσικούς πολέμους». Τι άλλο να περιμένουμε; Αλίμονο στον κόσμο που έχει τέτοιους φίλους και συμμάχους.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Συγχωροχάρτια

Διαβάζω στην Καθημερινή ένα ενδιαφέρον άρθρο του καθηγητή Διομήδη Σπινέλλη με τίτλο ‘Ματώσαμε, αλλά δεν μάθαμε’. Αναφέρεται στη φημολογούμενη πιθανότητα να εφαρμοσθεί ξανά (μετά από αρκετά χρόνια ‘απουσίας’ του) το μέτρο της περαίωσης εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων με την πληρωμή ενός πρόσθετου φόρου για μια σειρά ετών, που θα απαλλάσσει τον φορολογούμενο από μελλοντικό έλεγχο για τα έτη αυτά. Ο αρθρογράφος, που διετέλεσε στο παρελθόν γενικός γραμματέας πληροφοριακών συστημάτων, εκθέτει με αναλυτικό και τεκμηριωμένο τρόπο τα μειονεκτήματα του μέτρου αυτού και επιχειρηματολογεί πειστικά κατά της εφαρμογής του. Συμφωνώ απολύτως.
     Η περαίωση είναι μια μορφή τακτοποίησης. Όπως κάθε τόσο ψηφίζονται αποφάσεις που επιτρέπουν να ‘τακτοποιήσεις’ ένα αυθαίρετο κτίσμα, τις δόσεις σου στο κράτος ή το ταμείο σου, μια καταπάτηση δασικής έκτασης κτλ., έτσι και στην περίπτωση της εφορίας η περαίωση είναι ένα συγχωροχάρτι που το πληρώνει κανείς και διαγράφει προηγούμενες φορολογικές αμαρτίες, είτε υπήρξαν είτε όχι (διακρίσεις δεν γίνονται), που μπορεί να σου προσάψει ένας ενδεχόμενος έλεγχος. Όπως όμως τα παπικά συγχωροχάρτια δεν καλλιεργούσαν ηθικές συνειδήσεις ούτε ενθάρρυναν τους αγοραστές τους να μην αμαρτάνουν, έτσι και οι κάθε είδους περαιώσεις, τακτοποιήσεις κ.τ.τ. υποθάλπουν την πεποίθηση ότι όλα διορθώνονται στον κατάλληλο χρόνο και με το κατάλληλο τίμημα. Αυτό δεν δημιουργεί υπεύθυνους πολίτες αλλά συντηρεί μια νοοτροπία δουλοπαροίκων που κοιτάζουν πώς να τα μπαλώνουν με τα αφεντικά τους, κλέβοντας ταυτόχρονα από όπου μπορούν. Τέτοιο κράτος ονειρευόμαστε στ’ αλήθεια;
[Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή]

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

Γεωστρατηγικά

Κατά το παλαιό άσμα του Γιώργου Ζωγράφου, «τέλος δεν έχει ο καημός» για τους κατοίκους της Συρίας, αυτή τη φορά τους Κούρδους των βορείων συνόρων της. Ο πρόεδρος Τραμπ, ονομαστός για τις προσωπικές στρατηγικές του επιλογές, έδωσε κατ’ ιδίαν το ελεύθερο στον πρόεδρο Ερντογάν, γνωστό για τα φιλελεύθερα αισθήματά του, να προχωρήσει σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο συριακό έδαφος [ΕΔΩ], ακριβώς στα εδάφη των Κούρδων, παραβλέποντας το γεγονός ότι αυτοί που θα ξεκαθαρίσει ο ‘σουλτάνος’ δεν είναι κατ’ ανάγκην αυτοί που επιθυμεί η Ουάσιγκτον να φύγουν από τη μέση (π.χ. ακραίοι ισλαμιστές). Επιπλέον αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από την περιοχή (κοινώς «βγάλτε τα μάτια σας μόνοι σας»), που βέβαια καλά θα ήταν να μην είχαν πάει καθόλου εκεί εξ αρχής, αλλά έλα που έκαμναν τότε οι Ρώσοι παιχνίδι και δεν ήταν σωστό να αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη τους! Στο κοινό σκάκι παίζεις με σταθερούς κανόνες και με έναν αντίπαλο (εξαίρεση το ‘σιμουλτανέ’ όπου ένας πρωταθλητής μπορεί να παίζει με διαφορετικούς αντιπάλους σε πολλές σκακιέρες ταυτόχρονα). Στο γεωπολιτικό σκάκι οι αντίπαλοι είναι πολλοί και συχνά αλλάζουν πλευρές και δεν τηρούν όλοι και πάντα τους ίδιους κανόνες--κάτι σα να παίζεις σκάκι, ντάμα και τρίλιζα μαζί, χωρίς να ξέρεις ποιον θα βρεις δίπλα σου και ποιον απέναντί σου και τί ακριβώς παίζει εκείνος (το μόνο ειλικρινές όνομα του παιχνιδιού είναι Συμφέρον). Αποτέλεσμα βέβαια είναι να την πληρώνουν σε κάθε περίπτωση τα πιόνια, ζωντανά και ανθρώπινα. Όταν μεθαύριο θα αυξηθεί ο αριθμός των ‘αφίξεων’ στα νησιά μας από τη ζώνη των εκκαθαρίσεων, πού ακριβώς θα τους χρεώσουμε;


Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

"Εάν μη αφήτε..."

Διάβασα χθες στη Guardian μια είδηση από το Τέξας, διαφορετική από τις συνηθισμένες. Πριν ένα έτος μια λευκή αστυνομικίνα πυροβόλησε και σκότωσε έναν μαύρο άνδρα νομίζοντάς τον για διαρρήκτη. Στη δίκη που έγινε πρόσφατα ο 18χρονος αδελφός του θύματος μιλώντας στην αίθουσα του δικαστηρίου μετά την καταδίκη της σε 10 χρόνια φυλάκιση, της είπε: «Σε συγχωρώ. Δεν θα ήθελα καν να πας φυλακή. Σ’ αγαπώ σαν άνθρωπο και θέλω το καλύτερο για σένα». Κι έπειτα ζήτησε από την προεδρεύουσα δικαστικό την άδεια να την αγκαλιάσει, κι έκλαψαν και οι δυο μπροστά στις κάμερες για ώρα (όπως και πολλοί άλλοι που τους παρακολουθούσαν) [δείτε το σχετικό βίντεο στην είδηση]. Στη συνέχεια το ίδιο έκανε και η δικαστίνα, μαύρη κι εκείνη, που έδωσε στην κατάδικη μια Βίβλο. Όταν ο πατέρας τους ρωτήθηκε από τους δημοσιογράφους πώς ο αδελφός έδειξε τέτοια συγχωρητικότητα, εκείνος δήλωσε: «Αυτό θα ήθελε ο Χριστός να κάνουμε. Αν δεν συγχωρήσετε, δεν θα σας συγχωρήσει κι ο Πατέρας σας. Της εύχομαι το καλύτερο και θα προσεύχομαι γι’ αυτήν και την οικογένειά της». 
     Κι έκανα τη σκέψη ότι καλύτερη, και πιο έμπρακτη, δημόσια ομολογία πίστεως δεν μπορεί να υπάρξει. 

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

Προνόμια

Για δεύτερη φορά χθες μέσα σε δυο εβδομάδες είχαμε γενική απεργία στη χώρα. Είχαμε ξεμάθει στο είδος εδώ και μερικά χρόνια. Λοιπόν, τόσο καλά πήγαιναν όλα πριν και ξαφνικά χάλασαν; Αυτή είναι η μία οπτική, που θα βόλευε κάποιους. Υπάρχει όμως και η άλλη: καλοβολεμένοι ένιωθαν αυτοί οι ‘κάποιοι’ πριν, και τώρα βλέπουν να χάνονται τα ‘κεκτημένα’, και αγωνίζονται με νύχια και δόντια να τα κρατήσουν.
     Ας μη γελιόμαστε. Αυτά που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε ‘δικαιώματα’ και ‘κατακτήσεις’ μεταφράζονται σε προνόμια για κάποιους λίγους και καθόλου εκλεκτούς, αυτούς που αποκαλούμε κατ’ επάγγελμα συνδικαλιστές ή εργατοπατέρες. Αυτούς που, συνήθως με συγκεκριμένη κομματική στήριξη, έχουν μάθει να φωνάζουν, να απεργούν, να κωλυσιεργούν με κάθε τρόπο όταν βλέπουν την εξουσία τους να απειλείται. Κατά καιρούς μαθαίνουμε στο πανελλήνιο τα ονόματα των ‘πρωταγωνιστών’, που κόπτονται για δίκαια. Κι όταν αυτοί ακούνε ότι υπάρχει και η αρχή της πλειοψηφίας, και ότι θα χρειάζεται πλέον η πλειοψηφία όλων των ενδιαφερομένων για να κηρυχθεί απεργία, αντιδρούν σπασμωδικά, διότι ξέρουν ότι αυτή η πλειοψηφία δεν είναι με το μέρος τους (αυτού του είδους τη ‘δημοκρατία’ γνωρίζουν -- δείτε π.χ. παλιότερη ανάρτηση). Κι όταν ακούνε για υποχρεωτική συμμετοχή σε συνδικαλιστικές διαδικασίες, εξανίστανται διότι η μέχρι τώρα σιωπηλή πλειοψηφία είναι εναντίον τους και δεν αναγνωρίζει τα προνόμιά τους. Αν όλοι οι εργαζόμενοι κάθε κλάδου καταθέσουν τη γνώμη τους αδέσμευτα και ανεπηρέαστα, οι γνωστοί ‘άρχοντες’ του χώρου θα πάψουν να υπάρχουν, θα συρρικνωθούν στις πραγματικές τους λιλιπούτιες διαστάσεις με μόνη δύναμη τη φωνασκία τους. Αλήθεια, πόσοι ακριβώς αποφάσισαν για τις δυο τελευταίες πανελλαδικές απεργίες;  

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Τρίτη ηλικία

Ημέρα Τρίτη, και πρώτη του μηνός, αφιερωμένη, λέει, στην τρίτη ηλικία. Κάτι που κάποτε το βλέπαμε ως μακρινό μέλλον, τώρα συνειδητοποιούμε ότι μας πλησιάζει με ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα. Άκουσα το πρωί κάποιες ενδιαφέρουσες σκέψεις στο ραδιόφωνο, που μου έδωσαν αφορμή για να ανασύρω κι άλλες δικές μου, που κατά καιρούς πέρασαν στη μνήμη. Αναγκαστικά όλες μαζί θα ξεχειλώσουν τα όρια ενός σύντομου σημειώματος.
     Συνάντησα για πρώτη φορά την γηριατρική ως ιατρική ειδικότητα στα χρόνια της εκπαίδευσής μου στη Βρετανία. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν το διαφορετικό όριο εισδοχής στα αντίστοιχα τμήματα σε διάφορα νοσοκομεία. Αλλού άρχιζαν από τα 75, αλλού από τα 80, και κάποιοι πιο ‘δύσκολοι’ δεν δέχονταν ασθενή κάτω από 85 ετών. Στην πράξη διαπίστωσα ότι αυτό είχε να κάνει με τον αριθμό των ασθενών που θα ήταν αναγκασμένο το τμήμα να πάρει αν άλλαζε το όριο. Ακόμη, σχετιζόταν και με τις εξειδικευμένες παρεμβάσεις που μπορούσαν να γίνουν αν ένας συγκεκριμένος ασθενής είχε ιδιαίτερα προβλήματα π.χ. συχνές πτώσεις. Ερχόμενος στην Ελλάδα πολύ γρήγορα είδα ότι η μέση ηλικία των παθολογικών ασθενών περνούσε τα 80, ενώ τα 90 έχουν γίνει πλέον συνηθισμένα και εν πολλοίς προσδοκώμενα.
     Είναι αυτό καλό ή κακό; Εξαρτάται από πολλά πράγματα. Στη θετική πλευρά θα βάλει κανείς τη γενική βελτίωση της υγείας και των συνθηκών ζωής που αύξησαν την επιβίωση και βελτίωσαν σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα της ζωής, τουλάχιστον στις αναπτυγμένες χώρες (εκείνο το ψαλμικό «αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν ἡμῶν ἐν αὐτοῖς ἑβδομήκοντα ἔτη» έχει καταργηθεί, τουλάχιστον στατιστικά). Η σοφία και η πείρα των ηλικιωμένων είναι διαθέσιμη στους νεωτέρους, εφόσον βέβαια θελήσουν να την αποδεχθούν και να την αξιοποιήσουν ώστε να μην επαναλάβουν τα λάθη του παρελθόντος (κάτι που δεν το βλέπουμε συχνά). Υπάρχουν και οι συντάξεις, που στις συνθήκες της κρίσης τρέφουν οικογένειες ολόκληρες. Πολλοί ηλικιωμένοι εξακολουθούν να είναι δημιουργικοί και ωφέλιμοι τόσο για τον εαυτό τους όσο και για τους γύρω τους. Όλα αυτά μόνο θετικά μπορεί να τα δει κανείς.
     Από την άλλη όμως, το υπόλοιπο του ψαλμικού στίχου εξακολουθεί να ισχύει στο ακέραιο: «καὶ τὸ πλεῖον αὐτῶν κόπος καὶ πόνος». Μετά από κάποιο, άλλοτε άλλο όριο, αρχίζουν τα προβλήματα, που αθροίζονται με την πορεία του χρόνου. Προβλήματα υγείας, νοητικής επάρκειας, αυτονομίας, που συνεπάγονται αυξημένες ανάγκες και δαπάνες φροντίδας, με ολοένα μειούμενη αποτελεσματικότητα. Όλα αυτά δημιουργούν μια αίσθηση ματαιότητας: τι νόημα έχει το περισσότερο; Πολλοί άνθρωποι εκφράζουν τέτοια αισθήματα ακόμη και στην προσευχή τους: «Παρακαλώ τον Θεό να με πάρει, αλλά δεν με ακούει». Βλέπουν άλλους γύρω τους να φεύγουν, συχνά σε μικρότερες ηλικίες, και κουνούν το κεφάλι με απογοήτευση: «Εμένα με ξέχασε ο Θεός». Σε συνδυασμό με μια αίσθηση μοναξιάς (τα παιδιά, τα εγγόνια, οι άλλοι συγγενείς, όταν υπάρχουν, μπορεί να είναι σε απόσταση, και οι συνομήλικοι όλο και λιγοστεύουν) οδηγούνται σε κατάθλιψη. Αν δεν υπάρχει το αντίδοτο της δημιουργικής απασχόλησης, ακολουθεί αυτό που λέμε μαρασμό.
     Ο άνθρωπος γενικά έχει τέσσερεις ηλικίες. Η μία είναι καθαρά αριθμητική, ληξιαρχική: γεννήθηκα τότε, άρα είμαι τόσων ετών. Έχει τη σημασία της ως μετρήσιμο μέγεθος, και επηρεάζει τις άλλες τρεις. Η δεύτερη είναι πόσο αισθάνομαι, και συναρτάται από την κατάσταση της υγείας, την ψυχική διάθεση, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής. Καμιά φορά είναι απατηλή και μας παρασύρει σε πράξεις ασύμμετρες με τις πραγματικές μας δυνατότητες (π.χ. να κάνουμε βαριές δουλειές όπως όταν ήμασταν νεότεροι). Η τρίτη είναι καθαρά εμφανισιακή («Πόσο δείχνω;») και εξυπηρετεί σχεδόν αποκλειστικά τη ματαιοδοξία του ανθρώπου (αφού συχνά αλλοιώνεται με διάφορες καλλωπιστικές παρεμβάσεις), ενώ όχι σπάνια μας δημιουργεί μια ψευδαίσθηση για τον άλλο («Μια χαρά φαίνεται!» ή και το αντίστροφο).
     Την τέταρτη ας την ονομάσουμε βιολογική ηλικία. Αυτή τη γνωρίζουν μόνο τα κύτταρα του οργανισμού: εν μέρει μας τη δείχνουν οι διάφορες εξετάσεις αίματος και λοιπές, αλλά κυρίως αναδεικνύεται με την συμπεριφορά του ανθρώπου σε συνθήκες στρες (π.χ. ανάγκη για μια μεγάλη επέμβαση ή άλλο σοβαρό πρόβλημα υγείας). Εκεί είναι που βλέπουμε τα όρια της αντοχής και το πόσο γηρασμένος τελικά είναι ο συγκεκριμένος οργανισμός. Κάποτε είχα στη φροντίδα μου μια προχωρημένης ηλικίας γυναίκα που είχε περάσει διαδοχικά δύσκολες καταστάσεις. Η κόρη της επέμενε ότι ήταν γερός άνθρωπος: «Γιατρέ, θέλω να την φροντίσετε σα να είναι σαράντα ετών», έλεγε και ξανάλεγε, σε μια τυπική συμπεριφορά άρνησης της πραγματικότητος. Έπρεπε να της εξηγήσω ότι τα αποτελέσματα της ίδιας φροντίδας δεν είναι ίδια στον άνθρωπο των 40 και των 90 ετών. Δυστυχώς δεν υπάρχει μία μεμονωμένη εξέταση που να μας δείχνει με απόλυτη ακρίβεια την ηλικία αυτή και να προβλέπει την καλή ή κακή έκβαση μιας κατάστασης. Και συχνά οι άρρωστοι μας ξαφνιάζουν θετικά με την αντοχή τους σε προβλήματα που για άλλους αποδεικνύονται θανατηφόρα. Τα διλήμματα στο όριο ανάμεσα στο αναγκαίο και το μάταιο θα συνεχίσουν να υπάρχουν.
     Με την πάροδο του χρόνου καταγράφουμε σταδιακά κάποια ορόσημα, που μας θυμίζουν ότι κι εμείς βαδίζουμε προς τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα. Πότε αρχίσαμε να παίρνουμε τακτικά χάπια; Πότε μας πρόσφεραν για πρώτη φορά θέση στο λεωφορείο; Θυμάμαι πώς χαμογέλασα όταν, μετά από ένα χειρουργείο στο γόνατο, βγήκα για πρώτη φορά περίπατο στη γειτονιά με μπαστούνι. Πίσω μου ερχόταν ένας κύριος που κρατούσε ένα μικρό παιδί από το χέρι, λέγοντάς του: «Πρόσεχε τον παππού!». Όταν με προσπέρασε, μου ζήτησε συγγνώμη. Δεν πειράζει, του λέω, εγγόνια έχω, χρώμα ανάλογο έχουν πάρει τα υπόλοιπα μαλλιά μου, μάλλον πληρώ τα τυπικά κριτήρια ενός ‘παππού’. Μια πιο πρόσφατη και πιο έμμεση υπόμνηση ήταν η ερώτηση του ταμία στο μουσείο χειρουργικής του Εδιμβούργου τον περασμένο Ιούλιο: «Δικαιούστε μειωμένο εισιτήριο;» (εννοώντας αν είμαι άνω των 60). Ομολογώ ότι ένιωσα κάπως περήφανος για το μικρό αυτό προνόμιο.
     Συχνά στη συζήτηση για το γήρας (μη πολιτικά ορθή ονομασία της τρίτης ηλικίας) έρχεται στο προσκήνιο το θέμα της ποιότητας ζωής. Δεν υπάρχει ακριβής ορισμός της, και δύσκολα θα συμφωνήσουμε όλοι στα χαρακτηριστικά της. Πολλοί περιλαμβάνουν σ’ αυτά τις σωματικές δυνάμεις, την νοητική διαύγεια (η απώλεια της μνήμης είναι ένας υπαρξιακός φόβος), την ανεξαρτησία στη διαβίωση και την αυτοεξυπηρέτηση. Φθάνουν αυτά; Θα έλεγα ότι, με τη γλώσσα της λογικής, δεν είναι ούτε ικανές ούτε αναγκαίες συνθήκες. Υπάρχουν άνθρωποι που στερούνται όλα τα παραπάνω και όμως είναι ευτυχισμένοι, και άλλοι που δυστυχούν χωρίς να τους λείπει τίποτε από αυτά. Ο ιατρικός χώρος μας δίνει κάθε τόσο παραδείγματα όλων των κατηγοριών. Ωστόσο θα έβαζα δυο πρόσθετα στοιχεία. Το ένα είναι η δημιουργικότητα: όσο ο άνθρωπος βρίσκει νόημα και περιεχόμενο στη ζωή του, όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή, έχει ποιότητα ζωής (υπάρχουν γυναίκες που πλέκουν ασταμάτητα έχοντας χάσει σχεδόν τελείως την όρασή τους, και ο πατέρας μου συνέχιζε να γράφει και να συνθέτει βυζαντινή μουσική μέχρι την τελευταία του μέρα, ενώ έκανε τακτική αιμοκάθαρση). Το δεύτερο είναι η σωφροσύνη: δεν υπάρχει πιο ανάρμοστο και λυπηρό θέαμα από το να βλέπει κανείς γέρους να δείχνουν ή να ενθαρρύνουν συμπεριφορές που θα αποτελούσαν ντροπή σε οποιαδήποτε ηλικία, όχι από άνοια ή μειωμένο καταλογισμό αλλά από πεποίθηση, επειδή έτσι έζησαν όλη τη ζωή τους. Τέλος, μπαίνω στον πειρασμό να σημειώσω ότι η ποιότητα ζωής πολλές φορές περιλαμβάνει όχι μόνο τους ίδιους τους ηλικιωμένους, αλλά και εκείνους που τους φροντίζουν, με αποτέλεσμα να συγχέονται τα κριτήρια.
     Άφησα τελευταία τη μεταφυσική ή υπαρξιακή θεώρηση του γήρατος. Αυτή βέβαια εξαρτάται από την κοσμοθεωριακή τοποθέτηση του καθενός, οπότε περιορίζομαι σε κάποιες θέσεις από τη Χριστιανική διδασκαλία και παράδοση. Έτσι ο σοφός Σολομών μας υπενθυμίζει ότι  «γῆρας τίμιον οὐ τὸ πολυχρόνιον οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται», ενώ ως «ἡλικίαν γήρως» θεωρεί τον «ἀκηλίδωτον βίον». Υπάρχουν άνθρωποι δίκαιοι που «τελειωθέντες ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσαν χρόνους μακρούς». Εξάλλου η μνήμη του επικειμένου θανάτου είναι το αντίβαρο και αντίδοτο για οποιαδήποτε εκτροπή, ο κίνδυνος της οποίας παραμονεύει σε κάθε ηλικία προ του τάφου. Όχι με νοσηρό τρόπο, αλλά με την προσδοκία της ημέρας κατά την οποία «ἡλικία μία πάντες γενήσονται». Πότε θα συμβεί αυτό για τον καθένα; Σύμφωνα με την ωραία ευχή της λειτουργίας του Αγ. Ιακώβου του Αδελφοθέου, «ὡς θέλεις (συ ο Θεός) καὶ ὅταν θέλῃς, μόνον χωρίς αἰσχύνης καὶ παραπτωμάτων». Τα τέλη της ζωής να είναι όχι μόνο «ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά», αλλά προ παντός «Χριστιανά», και η απολογία καλή.
     Στον απόηχο της εξοδίου ακολουθίας για τον Δημήτρη Π., που έφυγε αναπάντεχα στο τραγικό προχθεσινό τροχαίο δυστύχημα στον Άγιο Βασίλειο, οι παραπάνω ευχές αποκτούν μια ιδιαίτερη αμεσότητα. Ο Θεός να αναπαύσει εκείνον, και να προετοιμάζει όλους μας.