Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

Βραχέα και μακρά


Τις ξέραμε (τουλάχιστον κάποτε) από τη γραμματική τις κατηγορίες αυτές των φωνηέντων, όπως και ότι τα πρώτα έπαιρναν πάντα οξεία και τα δεύτερα ζητούσαν την περισπωμένη τους όταν ακολουθούσε ένα βραχύ, και έπαιζαν και τον μουσικό τους ρόλο στη μετρική της αρχαίας ποίησης (ίαμβοι, τροχαίοι, δάκτυλοι, ανάπαιστοι και αμφιβραχικοί πόδες)… αλλά παρασύρθηκα από τη νοσταλγία και ξέφυγα από το θέμα.
     Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με τα σχέδια και τα προγράμματα και τον εν γένει τρόπο σκέψης. Έτσι συχνά αναφερόμαστε σε βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σχέδια σε επίπεδο κράτους, αλλά και σε κατώτερες μορφές οργάνωσης και προγραμματισμού. Πρόκειται για δυο διαφορετικές τακτικές, με άλλες απαιτήσεις και άλλες προσδοκίες. Η διαφορά φαίνεται από τη γνωστή ρήση (?Κινέζικη) ότι αν δώσεις σ’ έναν πεινασμένο ένα ψάρι, τον χόρτασες για μια μέρα, αν όμως τον διδάξεις να ψαρεύει, τον χορταίνεις για μια ζωή. Υπάρχει και άλλη κινέζικη φιλοσοφία: «Αν τα όνειρά σου είναι για ένα χρόνο, φύτευε σπόρους. Αν είναι για δέκα χρόνια, φύτευε δέντρα. Αν είναι για εκατό χρόνια, μόρφωνε τον λαό».
     Πήρα αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις από μια συζήτηση που άκουσα στο ραδιόφωνο. Γεωπολιτικό το θέμα, και ο συζητητής έκανε εύστοχα αυτή τη διάκριση λέγοντας ότι κάποιες ενέργειες ή κινήσεις έχουν μακροπρόθεσμο όφελος και όχι κατ’ ανάγκην κάτι χειροπιαστό σήμερα. Μπορεί να αναρωτιόμαστε: «Γιατί συμπεριφέρεται έτσι ο τάδε;» καθώς δεν καταλαβαίνουμε τη σκοπιμότητα των κινήσεών του, που μπορεί να γίνει ορατή σε απώτερο χρόνο, όταν ίσως θα έχουμε ξεχάσει από πού ξεκίνησε.  
     Κι εδώ, ερχόμενοι στην πολιτική, έχουμε να κάνουμε με τις απαιτήσεις του κοινού αφενός και το όραμα (ή την απουσία του) των πολιτικών προσώπων αφετέρου. Τα δεύτερα έχουν συνήθως ως πρώτη επιδίωξη την εκλογική νίκη, τη δημοσκοπική άνοδο, την θετική ψήφο του κόσμου. Ο ορίζοντας των επιδιώξεων αυτών είναι το πολύ τέσσερα χρόνια, και συνήθως πολύ πιο βραχύς. Σε μια τέτοια χρονική κλίμακα δεν μπορείς να βασισθείς σε υποσχέσεις και προγράμματα που χρειάζονται π.χ. μια δεκαετία για να καρποφορήσουν, διότι το κοινό που είναι ο αποδέκτης των υποσχέσεών σου θέλει πέντε και στο χέρι σήμερα. Το «εδώ και τώρα» μπορεί να συνδέθηκε μεταπολιτευτικά με τον αλήστου μνήμης Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά είναι διαχρονικό λαϊκίστικο σύνθημα. Στα καθ’ ημάς η έννοια του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού ήταν μέχρι πρόσφατα περίπου άγνωστη. Ανέκαθεν η πίεση του κοινού ήταν για άμεσες παροχές, αυθωρεί και παραχρήμα ικανοποίηση αιτημάτων, χορήγηση αναδρομικών (για να μη χάσουμε και το παρελθόν), και άσε το μέλλον να περιμένει. Η έλευση των μνημονίων μας έβγαλε εν μέρει από την ψευδαίσθηση ότι όλα μπορούν να γίνουν σήμερα χωρίς συνέπειες για το αύριο, αλλά δυστυχώς με πρώτη ευκαιρία γυρίσαμε πλευρό και ξαναπήραμε τον ύπνο.
     Βέβαια ανάμεσα στους δυο τρόπους σκέψης υπάρχει και άλλη διαφορά. Τα βραχυπρόθεσμα σχέδια και οι υποσχέσεις σου έχουν να κάνουν μόνο με σένα που κρατάς σήμερα τα νήματα. Αν περνούν όμως τα χρονικά όρια της δικαιοδοσίας σου, εξαρτώνται εν πολλοίς από τις προθέσεις του μελλοντικού σου διαδόχου, που όταν έρθει στα πράγματα θα έχει να ικανοποιήσει τις δικές του βραχυπρόθεσμες (ψηφοθηρικές) φιλοδοξίες. Κι αν θελήσουμε να σκεφθούμε λίγο ευρύτερα, έχουν να κάνουν και με άλλους ‘παίκτες’ έξω από τα σύνορα της χώρας, στη μεγάλη σκακιέρα των παγκοσμίων συμφερόντων, όπου διάφοροι τζογαδόροι, φανεροί και αφανείς, σχεδιάζουν για σένα χωρίς εσένα, με γνώμονα και σκοπό τη δική τους επικράτηση.
     Και τέλος, για να μη σκεφτόμαστε μόνο θεωρητικά, υπάρχει και η αντικειμενική ανάγκη: αν π.χ. το άμεσο πρόβλημα είναι ο βιοπορισμός, πολύ λίγο ενδιαφέρει το αύριο ή το επόμενο έτος. Δεν είναι ανύπαρκτα τα προβλήματα του σήμερα που απαιτούν αντιμετώπιση χωρίς καθυστέρηση. Οι δυο κατηγορίες (και όλες οι ενδιάμεσες παραλλαγές τους) συνυπάρχουν, και η ικανότητα της ηγεσίας (όρος που περιλαμβάνει τόσο κυβέρνηση όσο και αντιπολίτευση) είναι να ιεραρχεί τα προβλήματα αυτά, ώστε να μη χάνει τα άμεσα εν όψει των μελλόντων, αλλά ούτε και να υποθηκεύει το μέλλον εν ονόματι του μυωπικού σημερινού συμφέροντος. Αυτή η ικανότητα αποτελεί είδος εν ανεπαρκεία στη χώρα μας (υπάρχει άραγε φυλετική ή γονιδιακή προδιάθεση για μακρόπνοη σκέψη;).
     Άφησα τελευταία τη θεολογική πτυχή του θέματος. Έτσι, ο Κύριος στην επί του όρους ομιλία μας συμβουλεύει να μη μεριμνούμε για την αύριο διότι «ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς», αποτρέποντας έτσι όχι από τον λογικό προγραμματισμό αλλά από την αγωνιώδη μέριμνα, ενώ ο Αδελφόθεος Ιάκωβος συνιστά να αφήνουμε χώρο και για τον Θεό στον σχεδιασμό μας: «ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ ζήσομεν καὶ ποιήσομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο». Αυτό βέβαια προϋποθέτει ότι τον αναγνωρίζουμε και πιστεύουμε ότι αυτός είναι ο «διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν καὶ τὰ πάντα». 

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2020

Συμβιβασμός


Μας είχε λείψει λίγο σκάνδαλο. Είχαμε τόσο εθισθεί με τα χρόνια να ακούμε και να διαβάζουμε για υποθέσεις αθέμιτων συναλλαγών μεταξύ μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, μέσων ενημέρωσης και πολιτικών προσώπων, που νιώσαμε τη στέρηση, όπως ο εξαρτημένος πάσχει από την έλλειψη της δόσης του. Είχαμε καιρό να πάρουμε την ‘πρέζα’ μας – ο κορωνοϊός, βλέπετε, μονοπώλησε το ενδιαφέρον των πάντων. Και τώρα ξανακούμε το μαγικό όνομα Novartis και αναθαρρούμε: επιτέλους, να πάρουν μιαν ανάσα τα κύτταρά μας! Και τι ακούμε; Ότι ο φαρμακευτικός κολοσσός προχώρησε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό  (που μεταφράζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια) με τις αρχές στις ΗΠΑ και ότι «σε ό,τι αφορά την Ελλάδα παραδέχθηκε αθέμιτες πρακτικές σε επίπεδο επαγγελματιών υγείας χωρίς στο σχετικό κείμενο να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε εμπλοκή πολιτικών προσώπων». Οι τελευταίες αυτές λέξεις αμέσως έγιναν εργαλείο και όπλο στα χέρια των κομματικών επιτελείων που έσπευσαν να τις στρέψουν εναντίον αλλήλων, με την κάθε πλευρά να αισθάνεται δικαιωμένη απέναντι στην άλλη, στην οποία καταλογίζει λάσπη, δόλο, σκευωρία, και όλα τα καλά.
     Δεν είμαι εισαγγελέας, δεν είμαι πολιτικός, επαγγελματίας υγείας είμαι και χρησιμοποιώ τα φάρμακα της συγκεκριμένης εταιρείας όπως και πολλών άλλων, με κριτήριο την ανάγκη των ασθενών και όχι τις επισκέψεις των φίλων αντιπροσώπων. Ωστόσο, με τα χρόνια όλοι μας μάθαμε, εκτός των άλλων, ότι οι κυβερνήσεις και τα στελέχη τους (ανεξαρτήτως χρώματος) ανέκαθεν (και όχι μόνο σε περιόδους επιδημιών) φρόντιζαν να νίπτουν τας χείρας τους και να αποποιούνται κάθε ευθύνη για τυχόν βρώμικες δουλειές, είτε αυτές λέγονταν κατασκοπεία, είτε εξόντωση αντιπάλων εσωτερικών ή εξωτερικών είτε χειρισμός ‘μαύρου’ χρήματος. Αντίστοιχα, μια εταιρεία που χρειάζεται άδεια της πολιτείας για να κυκλοφορεί τα προϊόντα της δεν πρόκειται να ενοχοποιήσει ποτέ πρόσωπα ή αξιώματα, από τα οποία θα συνεχίσει να εξαρτά την παρουσία της στο δεδομένο κράτος. Συνεπώς η «μη αναφορά σε πολιτικά πρόσωπα» θα πρέπει να αναγνωσθεί, όπως θα έλεγαν οι Λατίνοι, cum grano salis (ελαφρώς αλατισμένη), ή στην καθομιλουμένη με κάποια δυσπιστία. Το ‘κάποια’ ας θεωρηθεί εδώ ως έκφραση μετριοπάθειας.

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2020

Ηλικίες


Τελικά ποιοι πρέπει να θεωρούνται και να λέγονται ηλικιωμένοι; Το απλό αυτό ερώτημα έχει φτάσει να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, ακόμη και διαμάχης μεταξύ ενδιαφερομένων. Με αφορμή την καθημερινή ενημέρωση για τον νέο κορωνοϊό (αλήθεια, αυτός ο κύριος μέχρι πότε θα χαρακτηρίζεται ως ‘νέος’;) και τα θύματά του, κάποιοι ακροατές παρεξηγήθηκαν με τον χαρακτηρισμό των εβδομηντάρηδων ως ‘ηλικιωμένων’. Έφτασαν μάλιστα να γράψουν και επιστολές διαμαρτυρίας στις εφημερίδες. Ο ζήλος τους μας έκανε να θυμηθούμε κλασικές ελληνικές κωμωδίες του τύπου ‘Κάτι κουρασμένα παλικάρια’ καθώς και τον ‘Πενηντάρη νέο της εποχής’ του Ζαμπέτα. Πρόσφατα ο καθηγητής Δ. Λινός έγραψε ένα άρθρο όπου σκιαγραφεί τις επιστημονικές προσπάθειες αναστροφής των συνεπειών του γήρατος που γίνονται ανά τον κόσμο, ενώ κατά καιρούς φιλόδοξοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μπορούμε κάλλιστα να ζούμε 150 χρόνια. Αλήθεια, με τι θα απασχολούμαστε, και ποιος θα μας φροντίζει όλες αυτές τις πρόσθετες δεκαετίες; Και ποιος θα πληρώνει τη μακροημέρευσή μας;
     Κάποτε συνήθιζα να λέω ότι ηλικιωμένος ασθενής είναι κάποιος που είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερος από τον γιατρό του. Με το πέρασμα των ετών όλο και περισσότεροι ασθενείς είναι νεώτεροί μου: μήπως πρέπει να αναθεωρήσω το κριτήριο αυτό; Ένας παλιός γνωστός, μακαρίτης πλέον, μου έλεγε θυμόσοφα στα ογδόντα του: «Γιατρέ μου, θέλω να αλλάξω την ημερομηνία γεννήσεώς μου: εκείνο το 1924 πολύ με ενοχλεί». Θυμούμαι ότι στην Αγγλία διαφορετικά νοσοκομεία χρησιμοποιούσαν διαφορετικά όρια ηλικίας για τον ορισμό των γηριατρικών αρρώστων: άλλα τα 75 χρόνια, άλλα τα 80, άλλα δεν δέχονταν κάτω των 85. Βέβαια η διαφορά στο όριο σήμαινε διαφορά και στον αριθμό των δυνητικών ασθενών που δέχονταν τα γηριατρικά τμήματα. Τα συμφέροντα, βλέπετε.
     Πρακτικά, θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος έχει τέσσερεις ηλικίες. Μια λογιστική που υπολογίζεται απλώς από την ημερομηνία γέννησης, μια εικονική (πόσο τον "κόβουν" οι άλλοι), μια υποκειμενική (πόσο νιώθει ο ίδιος) και μια βιολογική (πόση φθορά έχει υποστεί ο οργανισμός του από ποικίλους παράγοντες). Δυστυχώς η τελευταία, αυτή που κυρίως μετράει για την συνεχιζόμενη επιβίωση, αποκαλύπτεται συχνά μόνο όταν συμβεί κάτι έκτακτο (π.χ. χειρουργείο, λοίμωξη, ατύχημα), οπότε αποκαλύπτονται οι πραγματικές εφεδρείες και οι δυνατότητες αποκατάστασης του οργανισμού. Στατιστικά, οι εφεδρείες αυτές μειώνονται σημαντικά πάνω από τα 70, κι ας μη παρεξηγείται κανείς γι’ αυτό: δεν θέλουμε να τους προσβάλουμε, αλλά αυτή είναι η πικρή αλήθεια.
     Κάθε φορά που ακούω συζητήσεις για την ηλικία, μου έρχονται στο μυαλό δυο αρχαίες ρήσεις (τις έχουμε ξαναπεί). Η μία από τους Ψαλμούς: «αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν ἡμῶν ἐν αὐτοῖς ἑβδομήκοντα ἔτη, ἐὰν δὲ ἐν δυναστείαις, ὀγδοήκοντα ἔτη, καὶ τὸ πλεῖον αὐτῶν κόπος καὶ πόνος» [Ψ. 89:10]. Η άλλη από τον τραγικό Ευριπίδη που ρωτά: «Τίν' ἐς χρόνον ζητεῖτε μηκύναι βίον, τίν' ἐλπίδ' ἀλκὴν τ' εἰσοράτε μὴ θανεῖν;» [‘Ηρακλής μαινόμενος’]. Καλές οι θεωρητικές προσπάθειες για αναστροφή του γήρατος, αλλά είναι προτιμότερο, και πολύ πιο πρακτικό και ωφέλιμο, να θυμόμαστε και τα έσχατα, που συχνά έρχονται αδιαφορώντας πλήρως για την ημερομηνία γέννησης.