Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα,
σε ξένα αναστυλώματα δεμένο.
Ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο.
Μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω.
Δε θέλω του γυαλιού το λαμπροφέγγισμα,
που δείχνεται άστρο με του ήλιου τη χάρη.
Θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου,
κι ας είμαι κι ένα ταπεινό λυχνάρι.
Θυμήθηκα το παλιό αυτό ποίημα του Γεωργίου Δροσίνη (από τη συλλογή ‘Φωτερά σκοτάδια’ του 1915) καθώς διάβαζα ένα σχόλιο αναγνώστη της Καθημερινής για τις εκδουλεύσεις και τα ρουσφέτια που επιζητούν οι πολίτες και προσφέρουν προφρόνως οι πολιτικοί στην Ελλάδα, με αφορμή και τις τελευταίες αποκαλύψεις περί τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο σχολιαστής αναφερόταν στους Έλληνες μετανάστες που βασίζονται στις ικανότητες, την εργασία και την ευσυνειδησία τους για να επιβιώσουν και να προκόψουν σε ένα ξένο και άγνωστο περιβάλλον, χωρίς να προσδοκούν ενίσχυση από κάποιο πολιτικό ‘μέσον’. Κάτι που γνωρίζουν από πείρα όσοι έζησαν και εργάσθηκαν για κάποιο διάστημα εκτός συνόρων. Φυσικά ‘μέσον’ δεν θεωρείται η βοήθεια, καθοδήγηση και προώθηση από ανθρώπους που λειτούργησαν ως ‘μέντορες’ και διδάσκαλοι νεωτέρων ιδίως στον επιστημονικό στίβο. Απέχει πολύ η θεμιτή (και θεσμική) συμπαράσταση από τις άνομες και καταχρηστικές ‘εξυπηρετήσεις’ για πελατειακούς ή οικονομικούς σκοπούς.