Η πρόσφατη είδηση για την τραγικά ανεπιτυχή απόπειρα θανάτωσης μιας γυναίκας στην πολιτεία του Τενεσή με ενέσεις πεντοθάλης (κάτι που έχει συμβεί και άλλες φορές) φέρνει και πάλι στην επικαιρότητα το θέμα της θανατικής ποινής. Κάθε τόσο διαβάζουμε με αποτροπιασμό για θανατώσεις με απαγχονισμό στο Ιράν ή με αποκεφαλισμό στη Σαουδική Αραβία, για ποικίλες αιτίες. Σε τι διαφέρουν επί της ουσίας οι περιπτώσεις αυτές από το τελευταίο συμβάν στις ΗΠΑ; Βέβαια η συγκεκριμένη γυναίκα είχε διαπράξει ένα ομολογουμένως σκληρό και αποτρόπαιο έγκλημα πριν 32 χρόνια. Ωστόσο, είχε υπάρξει και η ίδια θύμα επανειλημμένης κακοποίησης και βιασμού στην παιδική της ηλικία, κάτι που δεν φαίνεται να επηρέασε ούτε τους δικαστές ούτε τον κυβερνήτη της πολιτείας, που δεν το έλαβαν υπόψη στην καταδικαστική απόφαση.
Ανεξάρτητα από την αιτία, η θανατική ποινή, ιδίως μετά την παρέλευση δεκαετιών από την εγκληματική πράξη, δεν εξυπηρετεί απολύτως κανέναν σκοπό. Δεν σωφρονίζει τον δράστη, δεν αποτρέπει άλλους από ανάλογα εγκλήματα, δεν διορθώνει καμία αδικία, δεν αποκαθιστά κανενός είδους έννομη τάξη. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να είναι ο παράδεισος της νομιμότητας. Μια εκτέλεση εν ψυχρώ, έστω και με την ‘ευλογία’ του νόμου, δεν διαφέρει από την πρωτόγονη βεντέτα, όπου κάποιος μετά από πολλά χρόνια ‘παίρνει το αίμα του πίσω’ σκοτώνοντας κάποιον άλλο. Είναι η εκδίκηση μιας κοινωνίας που καλλιεργεί και διδάσκει συστηματικά την ωμή βία (π.χ. μέσα από την κινηματογραφική και τηλεοπτική βιομηχανία της), αλλά νιώθει αποτροπιασμό όταν τη βλέπει να ξεσπά επάνω της. Όλα τα πολιτισμένα κράτη του κόσμου έχουν καταργήσει την θανατική ποινή εδώ και δεκαετίες, ενώ 27 πολιτείες των ΗΠΑ την διατηρούν ακόμη. Καιρός δεν είναι να μιμηθούν τις υπόλοιπες 23;