Οι τακτικοί αναγνώστες του ιστολογίου θα ξέρουν ότι έχω μια ευαισθησία σε θέματα γλώσσας. Ασχολούμαι πάνω από τριάντα χρόνια με συγγραφή, μετάφραση, διόρθωση και επιμέλεια κάθε είδους κειμένων, βιβλίων και περιοδικών. Προσπαθώ να σέβομαι την ελληνική όπως την διδάχθηκα από καλούς δασκάλους (εντός και εκτός σχολείου), και έχω ‘αλλεργία’ σε γλωσσικές προχειρότητες και καταχρήσεις. Κοντά σε άλλες ‘απειλές’ που αντιμετωπίζει η ελληνική γλώσσα (πραγματικές ή φανταστικές), είναι δυο που στην εποχή μας ξεχωρίζουν ιδιαίτερα (και πιθανώς η επίδρασή τους θα αυξάνεται).
Η μία είναι η ευκολία με την οποία υιοθετούμε ξένες εκφράσεις. Φυσικά η εισαγωγή ξένων όρων είναι αναπόφευκτη, και δεν την αρνούμαι εκεί που δεν υπάρχουν αντίστοιχοι εύχρηστοι ελληνικοί. Ωστόσο, η χρήση συντμήσεων όπως το ‘app’ που συναντούμε κατά κόρον είναι άσκοπη και κακόηχη. Δηλαδή αν πούμε ‘εφαρμογή’ δεν θα καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται; Αν συνεχίσουμε να καταργούμε απερίσκεπτα λέξεις, σύντομα θα καταντήσουμε γλωσσικά app-ένταροι! Επίσης, προ καιρού διάβασα κάπου για ένα ‘μεγάλο ντεζαβαντάζ’. Πρόκειται άραγε για υπερθετικό βαθμό του ‘μειονεκτήματος’;
Η άλλη είναι η χρήση εργαλείων αυτόματης μετάφρασης χωρίς ανθρώπινο έλεγχο. Τα εργαλεία αυτά συνεχώς τελειοποιούνται και συχνά το αποτέλεσμα δείχνει πολύ φυσικό στην ανάγνωση. Ωστόσο, πολλές φορές διακρίνεται καθαρά ο ρόλος της μηχανής. Έτσι π.χ. διαβάζω σε πρόσφατο δημοσίευμα στην ηλεκτρονική ‘Καθημερινή’: «Μια φορά κι έναν καιρό, η Μα, ο Πα, η Μαίρη και η Λόρα άφησαν τα Μεγάλα Δάση του Γουινσκόνσιν…». Μετά από το σχετικό σχόλιο οι συντάκτες της εφημερίδας πρόσθεσαν σε παρενθέσεις τις λέξεις ‘μητέρα’ και ‘πατέρας’, ώστε να καταλαβαίνουν και οι αμιγώς ελληνόφωνοι αναγνώστες ποιοι είναι η Μα και ο Πα. Πάλι καλά.