Έχω σχολιάσει και στο παρελθόν τα… σχόλια. Εννοώ εκείνες τις απαντήσεις που εμφανίζονται κάτω από κείμενα διαφόρων ιστοσελίδων, από τις πιο σοβαρές μέχρι τις πιο ευτελείς, που παρέχουν στους αναγνώστες τη δυνατότητα να καταθέτουν την άποψή τους για τα θέματα που θίγει το βασικό κείμενο. Τα σχόλια αποτελούν ένα ευρύτατο φάσμα. Υπάρχουν εκείνα που απαντούν με ειλικρίνεια και καλή πρόθεση στο κυρίως θέμα και κάνουν πολιτισμένο διάλογο. Υπάρχουν κι εκείνα που πιάνονται από μια λέξη ή φράση του κειμένου και επεκτείνονται σε άλλα θέματα που μπορεί να έχουν μικρή ή καμία σχέση με το θέμα. Και τέλος, συχνά εκφυλίζονται σε διαλόγους μεταξύ σχολιαστών, σε ύφος συχνά αμοιβαία απαξιωτικό και υβριστικό. Η συνηθισμένη ανωνυμία των σχολιαστών τους κάνει να βγάζουν ανέξοδα από μέσα τους διάφορα απωθημένα, που σίγουρα θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ενασχόλησης για πολλούς ψυχολόγους και κοινωνιολόγους.
Όλα αυτά τα έχω ξαναγράψει. Εδώ θα περιορισθώ σε μια μόνο επισήμανση. Όσοι έχουμε παρακολουθήσει επιστημονικά και άλλα συνέδρια, έχουμε κατά καιρούς διαπιστώσει ότι στη συζήτηση που ακολουθεί την ανάπτυξη ενός θέματος κάποιοι ζητούν να σχολιάσουν και ουσιαστικά κάνουν μια δεύτερη διάλεξη, εκθέτοντας αναλυτικά και δια μακρών τις προσωπικές τους γνώμες. Αυτό ξεφεύγει από τα όρια του σύντομου σχολιασμού, εκτροχιάζει το χρονικό πρόγραμμα της συνεδρίας και συνήθως δημιουργεί δυσφορία στο υπόλοιπο ακροατήριο.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές πήρα από πρόσφατο άρθρο σε εφημερίδα. Η έκταση του κειμένου ήταν 433 λέξεις. Έγραψα ένα σχόλιο 53 λέξεων, στο οποίο άλλος τακτικός σχολιαστής απάντησε με ένα ‘σεντόνι’ (αυτός είναι ο… τεχνικός όρος που χρησιμοποιείται) 1327 λέξεων, δηλ. τριπλάσιο του αρχικού κειμένου (κάτι που ο ίδιος το συνηθίζει). Το περιεχόμενό του θα μπορούσε να είχε συμπυκνωθεί σημαντικά χωρίς να χάσει τίποτε από την ουσία.
Με την ευκαιρία, θυμήθηκα έναν μακαρίτη καθηγητή μας στην Ιατρική που όταν έγραφε ξεχνούσε να βάλει… τελεία. Στο (ημιτελές) σύγγραμμά του είχα μετρήσει περιόδους κειμένου που έπιαναν μέχρι 42 σειρές, χωρίς αυτό το καταληκτικό σημείο στίξης (οι εξ ημών λίγο πιο ψαγμένοι τον αποκαλούσαμε Θουκυδίδη, για τον οποίο ο φιλόλογος που μας τον δίδασκε στο Γυμνάσιο αναφωνούσε κάθε τόσο: «Τι μακροπερίοδος λόγος!»). Κυκλοφορούσε η φήμη ότι στις εξετάσεις ο βαθμός που έπαιρνες ήταν ο αριθμός των σελίδων που είχες γράψει. Δεν προσπάθησα να το αποδείξω, αλλά με γραπτό οκτώ σελίδων πήρα… ένα οκτάρι. Σύμπτωση; Ίσως και ο παραπάνω σχολιαστής να είχε ανάλογη εμπειρία από δασκάλους του και να μην έμαθε ποτέ το λακωνίζειν.
Απαραίτητη σημείωση: έκταση του παραπάνω σχολίου, 391 λέξεις.