Ξαναδιαβάζω αυτές τις μέρες το βιβλίο ‘Do No Harm’ του άγγλου νευροχειρουργού Henry Marsh [κυκλοφορεί στα ελληνικά με τον τίτλο ‘Ή μη βλάπτειν’ από τις εκδόσεις Οξύ]. Τέτοια αναγνώσματα θα πρέπει να είναι υποχρεωτικά για δικαστές που δικάζουν χειρουργούς, ώστε να βλέπουν και την άλλη πλευρά και τα διλήμματα και τα ρίσκα που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες στους οποίους καθημερινά εμπιστευόμαστε την υγεία και τη σωματική μας ακεραιότητα. Είναι πρακτικά αναπόφευκτο κάθε τόσο να συμβαίνουν δυσάρεστα με τις τόσες χιλιάδες επεμβάσεις που γίνονται καθημερινά, για ποικίλες ενδείξεις· αυτό όμως δεν οφείλεται πάντα σε αμέλεια ή κακή τεχνική ή σφάλμα του χειρουργού (ίσως αυτή να είναι η πιο σπάνια αιτία). Δυστυχώς όμως, για τον άνθρωπο που χάνει ένα μέλος του σώματος ή και τη ζωή του από ένα τέτοιο συμβάν η απώλεια είναι 100%, έστω κι αν οι στατιστικές μας λένε ότι η συχνότητα μια επιπλοκής είναι π.χ. 1 τοις εκατό ή τοις χιλίοις.
Οπωσδήποτε υπάρχει και πραγματικό ιατρικό λάθος ή αμέλεια, και αυτό είναι κολάσιμο. Πώς όμως να αποδεχθούμε ότι πολλές φορές το ανεπιθύμητο συμβάν ήταν τυχαίο, από αστάθμητους παράγοντες, ή και ότι οφειλόταν σε απροσεξία και μη τήρηση κάποιων κανόνων από τον ίδιο τον ασθενή ή τους οικείους του; Η επίρριψη της ευθύνης στο θύμα θεωρείται αδιανόητη, ακόμη κι όταν συνάγεται από τα γεγονότα. Η γενική πεποίθηση ότι ‘πάντα κάποιος φταίει και πρέπει να τιμωρηθεί’ στρέφει το κοινό εναντίον του εύκολου και προφανούς στόχου, του χειρουργού, με την βολική παρακίνηση και συνεπικουρία των δικηγόρων που έχουν τα δικά τους κίνητρα και συμφέροντα από μια καταδικαστική απόφαση. Το γεγονός ότι αυτή συχνά θα σημαίνει την επαγγελματική αχρήστευση ενός άξιου κατά τα άλλα επιστήμονα, που έχει επενδύσει πολλά χρόνια και ανάλογο κόπο στην εκπαίδευση και την εργασία του και έχει βοηθήσει πολύ περισσότερους ανθρώπους, περνάει συνήθως απαρατήρητο.
Ο μεγάλος Γάλλος χειρουργός Rene Leriche πολύ εύστοχα έγραψε ότι «κάθε χειρουργός έχει μέσα του ένα μικρό κοιμητήριο, όπου κάθε τόσο πηγαίνει να προσευχηθεί – έναν τόπο πίκρας και μεταμέλειας, όπου θα πρέπει να αναζητεί μια εξήγηση για τις αποτυχίες του». Μετά από σαράντα και πλέον χρόνια άσκησης της ιατρικής αναλογίζομαι ότι δεν πρέπει να υπάρχει κλινικός γιατρός που να μην έχει βιώσει τραυματικά συμβάντα και θανάτους ασθενών του, για τα οποία να μην έχει έστω κάποια αμφιβολία για το αν έφερε κάποιο βαθμό ευθύνης. Οι μνήμες τέτοιων γεγονότων θα πρέπει να λειτουργούν όχι ως ενοχές, αλλά ως αφορμές για ταπείνωση, επίγνωση των ορίων και των δυνατοτήτων μας, περισσότερη προσοχή και επιμέλεια στην εργασία μας, και ελπίδα στο έλεος και τον φωτισμό του Θεού.