Σάββατο, 26 Ιουνίου 2021

Ραδιο... φονίες

 Μεταφέρω αυτούσια την αναγγελία όπως την άκουσα χθεςτο πρωί στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ: «Έχετε δέκα λεπτά ακόμη για να συμμετέχετε στην κλήρωση…». Πόσες φορές θα συμμετείχαμε και για πόσο χρονικό διάστημα; Ο γραμματικός τύπος «να συμμετέχετε» (υποτακτική ενεστώτος) δηλώνει διάρκεια ή επανάληψη (π.χ. «συμμετέχετε τακτικά σε κληρώσεις»), ενώ σε μοναδικά γεγονότα όπως το παραπάνω ορθή είναι η υποτακτική αορίστου, «να συμμετάσχετε». Ή, αν δεν θέλετε να φανείτε πολύ αρχαίοι, επιτέλους «να λάβετε μέρος» (αλήθεια, θα λέγατε ποτέ «να λαμβάνετε μέρος στην κλήρωση»;).
     Κι εκεί που νόμιζα ότι τα έχω δει σχεδόν όλα, όπως λένε, ακούω αναπάντεχα σε άλλη εκπομπή για μια «επιπλέουσα διαδικασία». Μένω για λίγο ενεός, σκαλίζω την όποια φαιά μου ουσία για να σκεφτώ ποιες διαδικασίες μπορεί να επιπλέουν με βάση τον νόμο της ανώσεως, και ξαφνικά συνειδητοποιώ από τα συμφραζόμενα ότι ο ομιλών εννοούσε απλώς μια πρόσθετη διαδικασία και το ουδετερόμορφο «επιπλέον» (που είναι βέβαια εμπρόθετος προσδιορισμός) δεν του φάνηκε σωστό, κι έτσι έσπευσε να της αποδώσει... κολυμβητικές ικανότητες (θα έλεγα «νηκτικές», αλλά ας μη μπερδέψουμε κι άλλο την κατάσταση). Τι άλλο να περιμένουμε;


Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2021

Αναθεωρήσεις

 Το 2003 η Libby Purves, αρθρογράφος στους Times του Λονδίνου, είχε γράψει ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο Sanitising the truth is no way to right wrongs(= Η αποστείρωση της αλήθειας δεν είναι τρόπος για να διορθώσουμε τα στραβά). Το θέμα του; Η αναθεώρηση της ιστορίας, με απαλοιφή ή εξομάλυνση όλων των δυσάρεστων γεγονότων, εν ονόματι κάποιας ‘πολιτικής ορθότητας’. Αφορμή είχε πάρει από μια μελέτη της Jasemin Soysal, τότε προέδρου της Ευρωπαϊκής Κοινωνιολογικής Ένωσης, για τα σχολικά βιβλία της εποχής εκείνης στη Βρετανία και σε άλλες χώρες, που έτειναν να ισοπεδώνουν πολέμους και άλλα θλιβερά επεισόδια και να δείχνουν ότι ανέκαθεν ήμασταν σε καλές σχέσεις με όλους, αποσιωπώντας το αιματηρό παρελθόν όχι μόνο της ηπείρου μας, αλλά και της ανθρωπότητας εν γένει. Παραδείγματα: Ενώ οι Βίκινγκς στη δεκαετία του 1980 αναφέρονταν στα βιβλία ως «άγριοι επιδρομείς», το 1994 είχαν μεταλλαχθεί σε «Δανούς αγρότες και εμπόρους». Οι Σαρακηνοί είχαν εγκαταλείψει τις σκληρές τους πρακτικές και ζούσαν «αρμονικά και ειρηνικά» με τους Σταυροφόρους. Ο Ναπολέων περιγραφόταν λιγότερο ως στρατιώτης και περισσότερο ως αναμορφωτής του δικαίου και του συστήματος μέτρησης, ενώ σε ένα Γερμανικό βιβλίο ακόμη και η Γαλλική Αντίσταση παρουσιαζόταν ως μέρος μιας φυσικής και καλοήθους εξέλιξης προς μια μελλοντικά ενωμένη Ευρώπη.
     Δεν μας είναι βέβαια άγνωστη η τακτική αυτή. Εμφανίζεται κάθε τόσο στο προσκήνιο ή το παρασκήνιο της επικαιρότητας, σε διάφορα μέρη και με ποικίλες μορφές, για να δικαιώνει μια από τις προβλέψεις του George Orwell στο ‘1984’, που θέλει την ύπαρξη ειδικού υπουργείου που  ασχολείται με την συνεχή τροποποίηση της ιστορίας ανάλογα με τα συμφέροντα που επικρατούν κάθε εποχή. Έτσι π.χ. εξωραΐζουμε την Τουρκοκρατία γιατί αυτό θέλει η μόδα σήμερα, ενώ σε μερικά χρόνια το ίδιο μπορεί να κάνουμε και με τη ναζιστική κατοχή (μη σας φαίνεται αδύνατο). Μια επόμενη γενιά μπορεί να έχει τελείως διαφορετική αντίληψη για τα ιστορικά γεγονότα από αυτή που εμείς διδαχθήκαμε από τους προγόνους και τα βιβλία μας.
     Ειδικά στις μέρες μας η αναθεωρητική αρρώστια παίρνει και τη μορφή της εθελούσιας πολιτισμικής αμνησίας. Έτσι θεωρούμε π.χ. ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ρατσιστές, σεξιστές, δουλέμποροι, ή ό,τι άλλο κακό και απόβλητο, κι έτσι αποφασίζουμε ότι η διδασκαλία των έργων τους δεν έχει να μας προσφέρει παρά μόνο αρνητικά πρότυπα ζωής και συνεπώς την εξοβελίζουμε από τα σχολεία μας (πρόσφατο το παράδειγμα του πανεπιστημίου Princeton). Αντί να ακολουθήσουμε την συνετή συμβουλή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους νέους, να παίρνουν από την ‘θύραθεν’ παιδεία όσα είναι καλά και χρήσιμα και να αποφεύγουν τα κακά, προτιμούμε να πετάξουμε στον Καιάδα της λήθης ολόκληρους πολιτισμούς, δημιουργώντας μια τεχνητά αποστειρωμένη (και βέβαια εντελώς πλαστή) εικόνα της ιστορίας. Και καταδικάζοντας έτσι τις κοινωνίες μας να επαναλάβουν τα σφάλματα του παρελθόντος, αφού δεν θα τα έχουν διδαχθεί ποτέ ως τέτοια.
     Ας προσθέσω εδώ και μια δική μου υποψία. Αποσιωπώντας και ξεχνώντας το κακό μας παρελθόν, αποβάλλουμε την υποχρέωση να αναγνωρίζουμε τα πολιτισμικά και άλλα μας χρέη προς άλλους λαούς και πολιτισμούς, αλλά και να επανορθώνουμε αδικίες ή και εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε άλλες εποχές (όπως π.χ. κατοχικά δάνεια και πολεμικές αποζημιώσεις). Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, όπως η απόφαση της Βρετανικής κυβέρνησης πριν μερικά χρόνια να αποζημιώσει τα θύματα της αποικιακής βίας στην Κένυα το 1950, κατά την εξέγερση των Μάου Μάου [ΕΔΩ].  
     Για να ξαναγυρίσουμε στην αρθρογράφο, εκείνη απορρίπτει την πρακτική αυτή. Υποστηρίζει, ορθά, ότι είναι ανοησία να υποκύπτουμε στον πειρασμό να εξωραΐζουμε την ιστορία και να προσποιούμαστε ότι όλα πάντοτε ήταν καλά και άγια. Αν δεν αποδεχθούμε το παρελθόν, με τους πολέμους, τις ασχήμιες και τις κακοπραγίες του, δεν μπορούμε να αρχίσουμε να χτίζουμε ένα μέλλον καλύτερο για όλους.
     Θα κλείσω με μια ακόμη γνώμη και μια συμβουλή. Η γνώμη είναι του ‘πατέρα της ιστορίας’ Ηρόδοτου, που εξηγεί το γιατί έγραψε την ιστορία του: αφενός μεν για να μη ξεχαστούν με τον χρόνο και γίνουν άδοξα όσα έκαναν οι άνθρωποι, Έλληνες και βάρβαροι, και αφετέρου για ποιους λόγους αυτοί έφτασαν να πολεμούν μεταξύ τους. Σαφέστερη και πιο περιεκτική περιγραφή του ρόλου και του σκοπού της ιστορίας δεν μπορεί να υπάρξει. Την συμβουλή μας τη δίνει ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης στον Μεγάλο Κανόνα του: «[Τῆς παλαιᾶς Διαθήκης] ἅπαντας παρήγαγόν σοι, ψυχή, πρὸς ὑπογραμμόν· μίμησαι τῶν δικαίων τὰς φιλοθέους πράξεις, ἔκφυγε δὲ πάλιν τῶν πονηρῶν τὰς ἁμαρτίας». Το ίδιο ισχύει και για την ιστορία, η γνώση της οποίας μας δίνει τόσο θετικά όσο και αρνητικά παραδείγματα. Σε μας εναπόκειται να τα ξεχωρίζουμε και να ενεργούμε ανάλογα.

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2021

Σύνθετα

 Δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστο (έστω κι αν ικανοποιεί εσωτερικά κάποια αυτάρεσκη τάση) να δικαιώνεται κανείς από τα γεγονότα, τουλάχιστον σε συγκεκριμένα θέματα. Έτσι αυτές τις μέρες, με αφορμή το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου και την εμφάνιση της ομάδας των Σκοπίων με ονομασία χωρίς τον γεωγραφικό προσδιορισμό που αφελώς εκχωρήσαμε στη χώρα αυτή πριν μερικά χρόνια και τις σχετικές δηλώσεις Ζάεφ, θυμήθηκα κάτι που είχα γράψει όταν γίνονταν οι διαβουλεύσεις. Ότι δηλ. τα σύνθετα ονόματα είναι ‘από χέρι’ καταδικασμένα σε… απλοποίηση: θα βγάζουν το ‘Βόρεια’ με κάθε ευκαιρία, και θα απομένει η δήθεν ‘Μακεδονία’ στα αυτιά και τη συνείδηση του υπόλοιπου κόσμου, που δεν γνωρίζει και πολλά από ιστορία, ούτε ενδιαφέρεται να μάθει.

     Ξαναγυρίζοντας λοιπόν στην επιχειρηματολογία, ας αναρωτηθούμε: αν οι γείτονες ήθελαν να ονομάσουν το κράτος τους ‘Βόρεια Ελλάδα’, θα το δεχόμασταν; Απλός γεωγραφικός προσδιορισμός, θα έλεγαν ίσως κάποιοι και τότε. Αν κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο για το πλήθος των Ελλήνων, γιατί έγινε αποδεκτό το σημερινό σύνθετο κατασκεύασμα; Οι γείτονες δεν πρόκειται να σταθούν σε ‘λεπτομέρειες’: θα ανεβοκατεβάζουν το όνομα που αυτοί σφετερίσθηκαν και επέβαλαν με το πείσμα και την προπαγάνδα τους, έχοντας παρασύρει και μερίδα του δικού μας πολιτικού κόσμου στο παιχνίδι αυτό. Τουλάχιστον εκ των υστέρων, ας προσπαθήσουμε να μπαλώσουμε τα παντελόνια μας, και ας παραπέμψουμε την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών στις ελληνικές μακεδονικές καλένδες. Κι ας περιμένουν οι άλλοι στο ακουστικό τους.

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2021

Φόνος και οργή

 Πρώτο θέμα στην επικαιρότητα εδώ και σαράντα μέρες το έγκλημα στα Γλυκά Νερά, με τις διάφορες πτυχές του. Αρχικά το ίδιο το γεγονός, στη συνέχεια οι εικασίες και οι διαρροές για την πορεία των ερευνών, οι δακρύβρεκτες συνεντεύξεις και εικόνες, και τέλος το δραματικό φινάλε με την ομολογία του συζυγοκτόνου, την οποία ακολούθησε νέο κύμα αναλύσεων για την ψυχολογία του, τον κυνισμό του, το πώς και το γιατί της τραγικής πράξης. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε όσα γράφονται και ακούγονται παντού. Ας δούμε το θέμα από μια άλλη γωνία.
     Πριν πολλά χρόνια, μετά από μια εξομολόγηση όπου του είχα αναφέρει κάποια ξεσπάσματά μου, ο μακαριστός π. Συμεών μου είπε το εξής: «Ξέρεις πώς είναι να στέκεσαι δίπλα σ’ ένα καζάνι που κοχλάζει και να πετάγονται καυτές σταγόνες που σε καίνε στιγμιαία; Αν οι σταγόνες καίνε τόσο, σκέψου τι γίνεται μέσα στο καζάνι. Έτσι είναι και η ψυχή του ανθρώπου. Οι εξωτερικές εκδηλώσεις μόνο μια ιδέα μας δίνουν για το τι γίνεται εκεί μέσα». Θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε την παρομοίωσή του και στο ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο. Τέτοια και άλλα παρόμοια γεγονότα, περισσότερο ή λιγότερο τραγικά, μπορεί κανείς να τα δει σαν ‘καυτές σταγόνες’ από το μεγάλο καζάνι στο οποίο ζούμε, όπου συγκρούονται συνεχώς οι μυριάδες εγωισμοί, οι ιδιοτροπίες και τα ανυποχώρητα θελήματά μας. Ας μη σπεύσουμε να βγάλουμε τους εαυτούς μας απ’ έξω. Καλύτερα ας αναλογισθούμε πώς αντιδρούμε στις καθημερινές προκλήσεις που δεχόμαστε, και ας σκεφθούμε με φόβο ότι, ευκαιρίας δοθείσης, ο καθένας μας θα μπορούσε να βρεθεί σε ρόλο δράστη. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Κύριος στην επί του όρους ομιλία έβαλε την οργή στο ίδιο επίπεδο με τον φόνο και μακάρισε τους «πράους καὶ ταπεινούς τῇ καρδίᾳ». Ας ελεήσει εκείνος και τον φονιά και  όλους μας.


Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2021

Δεῖ ἰατρῶν

 Προ ημερών άκουσα στο ραδιόφωνο έναν δήμαρχο επαρχιακής πόλης, πρωτεύουσας νομού, που είναι και γιατρός, να μιλάει για τα προβλήματα του νοσοκομείου της πόλης, που ήρθε στη δημοσιότητα διότι οι θάνατοι στη μονάδα εντατικής θεραπείας του έφταναν το 100%. Τραγικό από κάθε άποψη, ακόμη κι αν διανοηθούμε το ακραίο σενάριο ότι οι ασθενείς που κατέληξαν στην εντατική ήταν τόσο σοβαρά που δεν θα είχαν ελπίδες σε οποιοδήποτε άλλο νοσοκομείο. Χωρίς κραυγές αλλά με στοιχεία, ο δήμαρχος-γιατρός εξέθεσε την κατάσταση. Από τους επτά γιατρούς που απασχολούνται στη συγκεκριμένη μονάδα μόνο δυο είναι ειδικευμένοι στην εντατική θεραπεία. Στο νοσοκομείο εφημερεύουν γιατροί που έρχονται από άλλα μέρη του νομού, μια και το μόνιμο προσωπικό έχει αποδεκατισθεί λόγω αθρόας φυγής προς το πλησιέστερο μεγάλο πανεπιστημιακό νοσοκομείο ή προς άλλους προορισμούς. Υποθέτω ότι ανάλογα θα ισχύουν και για το νοσηλευτικό προσωπικό. Η είδηση θα μπορούσε να αφορά σε τριτοκοσμική χώρα· αλλά και στην Ελλάδα του 2021;

     Αργότερα άκουσα στις ειδήσεις κάτι για άμεση πρόσληψη δεκάδων γιατρών και εκατοντάδων νοσηλευτών στο ΕΣΥ. Καλό ακούστηκε ως εξαγγελία. Για να τους προσλάβεις όμως πρέπει να τους βρεις. Δεν ξέρω αν υπάρχουν πλέον λίστες αναμονής για ειδίκευση, που κάποτε έφταναν και τα επτά χρόνια: οι νέοι συνάδελφοι αναζητούν αλλού την εξέλιξή τους, συνήθως εκτός συνόρων (κάπως έτσι δεν είχα βρεθεί κι εγώ τότε στη Βρετανία;), και δεν βιάζονται να επιστρέψουν όταν ειδικευθούν. Οι λόγοι; Καθαρά πρακτικοί. Κανόνες και συνθήκες εργασίας που δεν συγκρίνονται με αυτές του μέσου ελληνικού νοσοκομείου, δυνατότητες επιμόρφωσης, προαγωγής και επιστημονικής εργασίας με βάση πραγματικά προσόντα, χωρίς εμπλοκή πολιτικών και άλλων σκοπιμοτήτων. Και βέβαια ελκυστικές οικονομικές απολαβές. Η επιστροφή στο ελληνικό νοσοκομείο συχνά σημαίνει να απαρνηθεί κανείς όλα τα παραπάνω, να βρεθεί ενδεχομένως μόνος να «βγάζει το φίδι από την τρύπα», να εφημερεύει σχεδόν κάθε μέρα και να δέχεται επιπλέον και διαμαρτυρίες γιατί δεν κάνει κάτι παραπάνω! Πόσοι θα φανούν πρόθυμοι να αναλάβουν τον ρόλο αυτό επ’ αόριστον;

     Θεωρητικά, η μόνη λύση στο πρόβλημα θα ήταν η υποχρεωτική θητεία ειδικών γιατρών σε νοσοκομεία της περιφέρειας για ορισμένο αριθμό ετών. Όπως οι στρατιωτικοί γιατροί υποχρεούνται να υπηρετήσουν έναν συγκεκριμένο ελάχιστο αριθμό ετών στο στράτευμα, σε αντάλλαγμα για τις σπουδές και την εργασία που τους εξασφάλισε το κράτος, έτσι θα μπορούσε να γίνει και με τους πολίτες. Κάτι τέτοιο χρειάζεται καλό σχεδιασμό, συνεννόηση και συμφωνία με τους αντίστοιχους επαγγελματικούς φορείς, και χρονική προοπτική πολλών ετών για την υλοποίησή του, και όχι ανατροπή μόλις αλλάξει ο υπουργός. Και βέβαια απαιτεί καλλιέργεια ανάλογης νοοτροπίας και προσδοκιών στους υποψήφιους γιατρούς, που θα πρέπει να γνωρίζουν τους κανόνες με τους οποίους θα κληθούν να εργασθούν με το πέρας των σπουδών τους.

     Κατά καιρούς έχω γράψει σχετικά με το θέμα αυτό παλιότερα. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν κάποια κείμενα ΕΔΩ, ΕΔΩ, ΕΔΩ και ΕΔΩ. Μια πρόταση για τρόπο στελέχωσης των νοσοκομείων υπάρχει αναλυτικά ΕΔΩ (Οι χήρες και τα ορφανά του Εθνικού Συστήματος Υγείας).

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2021

Μητέρες καριέρας

 Όπως μαθαίνω, επρόκειτο να οργανωθεί τον επόμενο μήνα πανελλήνιο συνέδριο Γονιμότητας και Αναπαραγωγής. Για την προβολή του συνεδρίου ετοιμάσθηκε ένα τηλεοπτικό σποτ που προκάλεσε θύελλα στα κοινωνικά δίκτυα… γιατί άραγε; Διότι έλεγε μεταξύ άλλων ότι οι γυναίκες που δεν έθεσαν έγκαιρα τη μητρότητα ως προτεραιότητα στη ζωή τους, ξαφνικά βλέπουν να περνούν τα 40, κάτι που δεν κάνει βέβαια την κύηση αδύνατη, αλλά αυξάνει τα πιθανά προβλήματα. Με άλλα λόγια, επισημαίνει την απλή αλήθεια ότι, με τη γλώσσα του Εκκλησιαστή, υπάρχει «καιρός παντί πράγματι», και όσες θέλουν να γίνουν μητέρες καλό είναι να το κάνουν στην ώρα του. Διαβάζω λοιπόν ότι κάτω από το βίντεο δεκάδες χρήστες των ‘δικτύων’ εξέφρασαν την έντονη δυσαρέσκειά τους για το περιεχόμενό του, το οποίο χαρακτήρισαν «ενοχοποιητικό, ρατσιστικό, στερεοτυπικό και οπισθοδρομικό». Βαριές λέξεις, που όμως ξεστομίζονται με περισσή ευκολία από κάθε είδους ‘προοδευτικούς’, και τις οποίες έσπευσε να υιοθετήσει και η πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας, αποσύροντας την ‘αιγίδα’ της προεδρίας από το συνέδριο. Οι διοργανωτές, καταλαβαίνοντας ότι θα τραβούσαν των παθών τους τον τάραχο αν συνέχιζαν, ακύρωσαν το συνέδριο (αυτό λέγεται ελευθερία σκέψης και έκφρασης).

     Βέβαια η εποχή μας θέλει τις γυναίκες να είναι πρωτίστως επαγγελματίες καριέρας, να αποκτούν τίτλους και να κατακτούν αξιώματα, να συναγωνίζονται ισότιμα τους άνδρες σε οποιοδήποτε πεδίο, κι αν κάποια στιγμή αποφασίσουν να κάνουν και κανένα παιδί, να απαιτούν από την ιατρική επιστήμη να τους εξασφαλίσει άριστες συνθήκες και ιδανικό αποτέλεσμα, και από την κοινωνία να τους δώσει βρεφονηπιακό σταθμό για να ‘παρκάρουν’ το παιδί και να συνεχίσουν απρόσκοπτα τις επιδιώξεις της ζωής τους. Άξιες θαυμασμού βέβαια εκείνες που καταφέρνουν και τους δυο ρόλους με επιτυχία (πρόχειρα μου έρχεται στη σκέψη, από τα γνωστά πρόσωπα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, που είναι γιατρός, μητέρα επτά παιδιών και πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής· μάλλον τη δική της αιγίδα θα έπρεπε να ζητήσει η οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου). Ακόμη μεγαλύτερο μπράβο όμως στις γυναίκες εκείνες που δεν δυσκολεύτηκαν στην επιλογή και προτίμησαν να εξασφαλίσουν την πλήρη και αποκλειστική παρουσία τους στη ζωή των παιδιών τους τα χρόνια που εκείνα τις χρειάζονταν περισσότερο.

     Επιτέλους, κάποια στιγμή θα πρέπει να αναγνωρίσουμε επίσημα αυτές τις ‘μητέρες καριέρας’, αν επιτρέπεται ο όρος, και να μη θεωρούμε «ρατσιστές, στερεότυπους και οπισθοδρομικούς» όσους υποστηρίζουν την παραδοσιακή μορφή της οικογένειας. Μια και έχουμε φτάσει να κοπτόμαστε υποκριτικά μετά λυγμών (σχεδόν…) για το δημογραφικό μας πρόβλημα, ας πάψουμε να φανταζόμαστε λύσεις μεταναστευτικού τύπου και ας ρίξουμε μια ματιά στα σπίτια μας. 

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

Μάνα και κόρη

Ενώ περιδιάβαινα στις πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές το μάτι μου πήρε έναν τίτλο στην ΕΤ1: Μητέρα καταγγέλλει ότι διευθύντρια σχολείου δεν επιτρέπει κοντές φούστες και σορτς στις μαθήτριες (παραθέτω από μνήμης). Η συζήτηση της είδησης μόλις είχε τελειώσει κι έτσι δεν άκουσα λεπτομέρειες, παρά μόνο ότι το συμβάν έγινε στη Θεσσαλονίκη. Αναρωτήθηκα όμως για πολλοστή φορά αν ο κόσμος γύρω μας έχει πιεί το τρελό νερό που διηγείται τόσο όμορφα ο Κόντογλου. Κι αναρωτήθηκα ακόμη: αν τύχει (Θεός φυλάξοι!) και η μαθήτρια κόρη της γίνει αντικείμενο παρενόχλησης με αφορμή την προκλητική ενδυμασία της, δεν θα φταίει καθόλου η ίδια και η στοργική μαμά της; Βέβαια οι θιασώτες της πολιτικής ορθότητας δεν δέχονται να εξισώνουμε θύτες και θύματα, αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να αρχίσουμε να σεβόμαστε και την αλήθεια και να κοιτάζουμε όχι μόνο τις πράξεις αλλά και τα αίτια και τις περιστάσεις και τις αφορμές τους, και να επιμερίζουμε ανάλογα τις ευθύνες. Και βέβαια να ενεργούμε προληπτικά και όχι απλώς να αντιδρούμε υποκριτικά σε τετελεσμένα γεγονότα. Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να αρμενίζουμε στραβά και να κατηγορούμε τον στραβό γιαλό κάθε φορά που θα χτυπάμε στα βράχια.
 

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

Εργασία

 Μεγάλο θέμα, πάντα επίκαιρο, ακόμη περισσότερο στην εποχή μας, όπου οι τρόποι και οι όροι της εργασίας μεταβάλλονται άρδην, σχεδόν νομοτελειακά θα λέγαμε, μια και όλη η ζωή αλλάζει όπως δεν φανταζόμασταν πριν μερικές δεκαετίες. Προς το καλύτερο; Εξαρτάται από την οπτική γωνία. Πολλά γράφονται, πολλά νομοθετούνται στις μέρες μας, πολλά οδοφράγματα υψώνονται, σιγοβράζει μια αντιπαράθεση, που βέβαια (όπως όλες οι ανάλογες στο παρελθόν) μπορεί να ξεκινά από δικαιολογημένες ενστάσεις και ανησυχίες, αλλά συντηρείται και διογκώνεται από όσους έχουν απώτερα συμφέροντα, πολιτικά ή οικονομικά. Με αφορμή τη σημερινή γενική απεργία ας δούμε λίγο το θέμα από κάποια απόσταση ψυχραιμίας, χωρίς να επιχειρούμε να πάρουμε θέση ή να εισηγηθούμε λύσεις.

     Ιστορικά η εργασία ήταν συνυφασμένη με τον μόχθο. Βιβλικά ο Αδάμ τάχθηκε από τον Θεό στον Παράδεισο «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» [Γεν. 2:15], και η εργασία αυτή ήταν καταρχήν άκοπη. Η πτώση είχε ως συνέπεια την εισαγωγή του μόχθου («ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου» [Γεν. 3:19]). Επί χιλιάδες χρόνια ο μόχθος και ο κόπος ήταν σωματικός, συχνά εξουθενωτικός. Πρακτικά δεν νοούνταν εργασία εκτός της σωματικής, και αυτή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την επιβίωση: ο ιδρώτας και ο άρτος του παραπάνω χωρίου ήταν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μπορεί κάποιοι ‘αριστοκράτες’ να εξασφάλιζαν τον δικό τους άρτο (ή και το παντεσπάνι τους) με τον ιδρώτα άλλων και να θεωρούσαν ανάξιες για τα χέρια τους τις χειρωνακτικές εργασίες, αλλά ο Ησίοδος τον 7ο π.Χ, αιώνα βεβαίωνε ότι «ἔργον οὐδὲν ὄνειδος, ἀεργίη δέ τ᾽ ὄνειδος». Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος εργαζόταν, το ίδιο και οι απόστολοι, και μάλιστα ο Παύλος συμβούλευε τους Θεσσαλονικείς ότι «εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω» (Β΄ Θεσ. 3:10) (κάτι που πολύ αργότερα ανέγραψαν οι Σοβιετικοί στην πύλη του Κρεμλίνου). Γι’ αυτό και ανά τους αιώνες και μέχρι σήμερα οι μοναχοί εκτός από την προσευχή, τη μελέτη και τη λατρεία έχουν στο ημερήσιο πρόγραμμά τους και το ‘εργόχειρο’.

     Από ένα σημείο και πέρα αναπτύχθηκε και η πνευματική εργασία, που μπορούσε να γίνεται από μια καρέκλα, χωρίς ιδιαίτερη σωματική προσπάθεια. Αυτή έπαιρνε πολλές μορφές: μπορεί να ήταν π.χ. τήρηση βιβλίων και αρχείων για την εργασία άλλων, διεκπεραίωση εμπορικών συναλλαγών, συγγραφή κειμένων είτε διδακτικού είτε ψυχαγωγικού περιεχομένου, παροχή υπηρεσιών κάθε είδους μέσα σε μια κοινωνία που γινόταν όλο και πιο σύνθετη στις δομές και τις λειτουργίες της. Όσο  αναπτύσσονταν οι μορφές αυτές, τόσο γινόταν και πιο ελκυστική η ιδέα «δουλεύω χωρίς να κουράζομαι». Το χωράφι, το περιβόλι, η οικοδομή, το εργοστάσιο, έπαψαν να είναι εργασιακοί στόχοι του κάθε νέου που μεγάλωνε. Αντίθετα, το γραφείο, το ωράριο, ο κατοχυρωμένος μισθός και τα επιδόματα, οι θεσμοθετημένες άδειες και άλλα παράπλευρα οφέλη έγιναν ζητούμενα από όλο και περισσότερους. Από εκεί ξεπήδησε και η επιθυμία για ανώτατη εκπαίδευση, πτυχία και άλλα μορφωτικά προσόντα που θα τους εξασφάλιζαν τα προς το ζην «χωρίς να σκάπτωσιν», όπως το έθετε σκωπτικά ο Ροΐδης.

     Με την εργασία βέβαια συμβαίνει κι ένα παράδοξο. Αφενός μεν θεωρείται ως παγκόσμιο δικαίωμα (και έτσι προβάλλεται ως διεκδίκηση), αφετέρου όσοι την απαιτούν θέλουν όλο και πιο στενά όρια σ’ αυτήν (λιγότερες ώρες, περισσότερες απολαβές), με τελικό αποτέλεσμα το οξύμωρο της απαίτησης για εργασία χωρίς εργασία (πιο ρεαλιστικά, για μισθό χωρίς κόπο, αλλά ας μην ανοίξουμε πληγές). Με τη βιομηχανική επανάσταση οι βαριές δουλειές μπορεί να έγιναν πιο εύκολες, αλλά οι μηχανές άφησαν πάρα πολλούς εκτός εργασίας, μέχρι που οι άνθρωποι απέκτησαν τα προσόντα να επιβλέπουν ή να χειρίζονται τις μηχανές, ή να παρέχουν πιο σύνθετες υπηρεσίες. Το ίδιο και σε ακόμη ανώτερη κλίμακα παρατηρείται και στην εποχή μας με την ψηφιακή πλέον επανάσταση, που αλλάζει ριζικά τα δεδομένα στο περιβάλλον και το περιεχόμενο της εργασίας. Σε ένα τόσο ρευστό περιβάλλον – και δεν ξέρουμε πού αλλού μπορεί να μας οδηγήσει από τη μια μέρα στην άλλη – είναι τουλάχιστον αφελής αναχρονισμός να περιμένουμε να ισχύουν κανόνες άλλων εποχών. Όπως ξέρουμε και από τη Βιολογία, η επιβίωση ενός οργανισμού σε μεταβαλλόμενες συνθήκες εξαρτάται από την προσαρμοστικότητά του. Οι στάσιμοι οργανισμοί απλώς εξαφανίζονται.

     Φυσικά δεν μπορεί κανείς να καλύψει όλες τις πτυχές του τεράστιου αυτού ζητήματος σε λίγες γραμμές, ακόμη κι αν είχε όλες τις απαιτούμενες γνώσεις. Ας σκιαγραφήσουμε όμως μια πρόχειρη αλυσίδα εργασιακών αναγκών σε μια σχηματική κοινωνία. Χρειαζόμαστε ψωμί. Ο αγρότης θα οργώσει, θα σπείρει και θα θερίσει το χωράφι, ο μύλος θα αλέσει το σιτάρι, ο έμπορος θα το πουλήσει στον αρτοποιό, εκείνος θα ετοιμάσει το ψωμί και θα το διαθέσει στον καθένα μας. Σε άλλο κλάδο της αλυσίδας, ο εργαζόμενος θα κατασκευάσει τα αγροτικά μηχανήματα, ο οικοδόμος και ο τεχνίτης τον φούρνο και τα καταστήματα, ο υπάλληλος θα ετοιμάσει τις άδειες και τις άλλες υπηρεσιακές διαδικασίες που χρειάζονται για να λειτουργούν όλοι αυτοί, ο λογιστής θα τηρεί τα βιβλία κ.ο.κ. Όλοι οι αναρίθμητοι αυτοί κρίκοι της αλυσίδας μπορεί κάποια στιγμή να αλλάξουν και από άνθρωποι να γίνουν κάποιου είδους μηχανές. Η ανάγκη για εργασία θα δημιουργήσει πιθανώς νέους ενδιάμεσους ‘κρίκους’. Αυτό όμως που δεν θα αλλάξει (όσο τουλάχιστον υπάρχουν ανθρώπινα όντα) είναι η ανάγκη για ψωμί και για τα άλλα απαραίτητα για την επιβίωση όλων αυτών. Και αυτό δεν μπορεί να το παραγάγει κανένας υπολογιστής και κανενός είδους τεχνητή νοημοσύνη. Χωρίς να παραβλέπει κανείς τη συνεισφορά όλων των τιμίων επαγγελμάτων στην εύρυθμη λειτουργία μιας κοινωνίας, το τελείως βασικό επίπεδο που λέγεται αγροτοδιατροφικός τομέας θα είναι αναντικατάστατο. Η αλήθεια αυτή δεν θα πρέπει ποτέ να λησμονείται.      

     Ασφαλώς όμως θα επανέλθουμε κάποια στιγμή.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2021

Κλασικές σπουδές

Εδώ και πολλές δεκαετίες είχαμε γνωρίσει το φαινόμενο να εκτιμώνται η αρχαία ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός της περισσότερο εκτός Ελλάδος και λιγότερο εντός συνόρων. Οι απόφοιτοι των φιλοσοφικών μας σχολών ‘ανέβαιναν’ ακαδημαϊκά περνώντας από Γερμανία και Γαλλία και Βρετανία, ενώ οι αρχαιολογικές αποστολές που ανέσκαπταν το ελληνικό έδαφος είχαν ονόματα όπως αμερικανική, γερμανική, βρετανική κτλ. Τώρα διαβάζουμε ότι υπάρχει η τάση για περικοπή της διδασκαλίας των κλασικών σπουδών σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Ο Τ. Θεοδωρόπουλος την αποδίδει σε προσπάθεια αποκοπής του σύγχρονου Δυτικού πολιτισμού από τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη (μια και τα Λατινικά συμπεριλαμβάνονται κι αυτά στις περικοπές), μια εκδήλωση πολιτισμικού νεοπλουτισμού, όπως τη χαρακτηρίζει. Ήδη διατυπώνονται σοβαρές ενστάσεις για το θέμα.

     Ανεξάρτητα από το τι θα κάνουν οι ξένοι, νομίζω ότι αυτό αποτελεί έναν πρόσθετο λόγο να δώσουμε εμείς έμφαση στο δικό μας πολιτισμικό παρελθόν, να πάψουμε να το ατενίζουμε κομπλεξικά ή αμήχανα μπροστά στην άγνοιά μας, και προπαντός να το κρατήσουμε μακριά από πολιτικές ή συνδικαλιστικές σκοπιμότητες και επιδιώξεις. Ας το αναδείξουμε με την καλή γνώση της γλώσσας, της ιστορίας και της προσφοράς μας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι (π.χ. μπορούμε να διδάσκουμε στα παιδιά του Γυμνασίου, με πολύ εύκολα παραδείγματα, τη διείσδυση της αρχαίας ελληνικής σε όλες πρακτικά τις γλώσσες του κόσμου, οι οποίες από αυτήν αντλούν ονόματα για εντελώς καινούργιες έννοιες και ανακαλύψεις). Ας αναδείξουμε τους αρχαιολογικούς και άλλους ιστορικούς μας χώρους ως τακτικούς προορισμούς εκπαιδευτικών και άλλων επισκέψεων, κάνοντάς τους ταυτόχρονα ελκυστικούς με την ανάλογη δημόσια προσοχή και χρηματοδότηση, και όχι «φυλακάς παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ μεμισημένου» [Αποκ. 18:2], χορταριασμένους σκουπιδότοπους που λειτουργούν με δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο και πνεύμα.

     Γράφοντας τα παραπάνω θυμούμαι μια πολύ παλιά επιστολή σε εφημερίδα (πρέπει να ήταν δεκαετία του 60, και μου την είχαν αναφέρει οι γονείς μου). Ο συντάκτης της διηγιόταν πώς ένα καλοκαίρι γνώρισε σε πλοίο της γραμμής έναν Γερμανό τουρίστα, έπιασαν κουβέντα στα γερμανικά, κι εκείνος άρχισε να του απαγγέλλει από την Οδύσσεια. Σε κάποια παύση πήρε τον λόγο ο δικός μας και συνέχισε την απαγγελία αφήνοντας άφωνο τον Γερμανό, που τον ρώτησε τι δουλειά κάνει. Ο επιστολογράφος κατέληγε: «Του είπα ότι είμαι τσαγκάρης. Δεν θέλησα να τον απογοητεύσω λέγοντάς του ότι είμαι καθηγητής φιλόλογος. Τώρα θα γυρίσει στην πατρίδα του και θα λέει ότι οι Έλληνες τσαγκάρηδες ξέρουν τον Όμηρο απ’ έξω». Αναρωτιέμαι αν οι σημερινοί υποψήφιοι φιλόλογοι έχουν τέτοιες φιλοδοξίες.    

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2021

Η φασαρία ως αυτοσκοπός

 Στο χθεσινό του σημείωμα στην Καθημερινή (‘Οι διαδηλώσεις του θεάματος’) ο Π. Μανδραβέλης ψηλαφά ένα φαινόμενο που είναι μεν καθημερινό, όμως συχνά δεν το βλέπουμε και δεν το σκεφτόμαστε στις πραγματικές του διαστάσεις: τις κάθε είδους διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, που μπορεί να έχουν ως αφορμή κλαδικά ή εργασιακά αιτήματα, στην πράξη όμως προβάλλουν και εξυπηρετούν κυρίως το κομματικό προφίλ των παρατάξεων που υποκινούν ή στηρίζουν τους διαμαρτυρόμενους. Οι παρατάξεις αυτές (και τα μητρικά τους αριστερόστροφα κόμματα) λίγο ενδιαφέρονται για τα αιτήματα. Αυτό που πρωτίστως επιδιώκουν είναι να αναδειχθούν μέσα από τη φασαρία που θα προκαλέσουν, την προσοχή κοινού και Μέσων που θα ελκύσουν, έστω και αρνητικά, και βέβαια τις λογομαχίες που θα ακολουθήσουν στον Τύπο και τη Βουλή σχετικά με το αν το κράτος και η αστυνομία τους αντιμετώπισε βάναυσα ή ό,τι άλλο. Πρόκειται για μια σύγχρονη μετεξέλιξη της λογικής «άρτου και θεαμάτων» που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες για να ικανοποιούν τα βασικά ένστικτα του κόσμου. Μόνο που εδώ δεν την εφαρμόζει η θεσμική εξουσία αλλά η κάθε επίδοξη διεκδικήτρια της εξουσίας αντιπολίτευση, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα γίνει «χαλίφης στη θέση του χαλίφη», όπως πάντοτε ατελέσφορα ονειρεύεται ο βεζίρης Ιζνογκούντ των κόμικς. Ευτυχώς, τουλάχιστον σύμφωνα με τα δημοσκοπικά ευρήματα, οι ασεβείς αυτοί πόθοι πόρρω απέχουν από την πραγματικότητα. Δυστυχώς όμως η ‘φασαρία για τη φασαρία’ παίρνει και δίνει. 

Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2021

Πολιτική βαρβαρότητα

 «Για να μη θίγονται οι αντίστοιχες χώρες, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αποφάσισε να ονομάζονται οι μεταλλάξεις του κορωνοϊού με τα γράμματα του Ελληνικού αλφάβητου», ακούω στις χθεσινές ειδήσεις. Δυο σημεία κρατώ από την ανακοίνωση αυτή. Το ένα έχει να κάνει με τη λεγόμενη πολιτική ορθότητα, αυτό το εφεύρημα του αιώνα μας που επιβάλλει να μασκαρεύουμε επιμελώς την αλήθεια στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε, ώστε να μη πατούμε τα νύχια κανενός. Γνωρίζαμε ανέκαθεν το λεκτικό σχήμα του ευφημισμού, από την αρχαιότητα ακόμη (π.χ. Εύξεινος Πόντος, Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος κτλ.). Από το σημείο αυτό όμως μέχρι την αποφυγή διατύπωσης της αλήθειας (ή της γνώμης μας) μη τυχόν και θίξουμε κάποιους υπάρχει μεγάλη απόσταση. Και βέβαια δεν φτάνουμε στο άλλο άκρο, της βάναυσης προσβολής ή εξύβρισης. Ορθά η διάκριση θεωρείται μεγάλη αρετή, σε οποιαδήποτε εκδήλωση της ζωής. Ας σημειώσω όμως ότι από το 1979 τα στελέχη του ιού της γρίπης ονοματίζονται από τις πόλεις όπου πρωτοαπομονώθηκαν (π.χ. Sydney, Hong Kong, Denver κτλ.).  Μέχρι τώρα δεν έχω ακούσει σχετικές διαμαρτυρίες των πόλεων αυτών.    
     Το δεύτερο σημείο θέλει λίγη παρατηρητικότητα, που ελπίζω διαθέτουν οι αναγνώστες. Προσέξατε εκείνο το «αλφάβητου» παραπάνω; Το κατέγραψα όπως το άκουσα στο επίσημο ραδιόφωνο, και δεν ευθύνομαι για την μη μετακίνηση του τόνου, που σκόπιμα τον άφησα στη ‘βάρβαρη’ θέση της προπαραλήγουσας. Είναι ένα τυπικό δείγμα κακώς νοούμενης δημοτικής γλώσσας. Δεν τραυματίζουμε τη δημοτική αν κατεβάσουμε τον τόνο και πούμε «του αλφαβήτου», όπως και δεν θα πεθάνει η ελληνική γλώσσα από την παρατονισμένη μετοχή που χρησιμοποίησα μόλις προ ολίγου (την είδατε, φαντάζομαι). Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου η διατήρηση του τόνου στην προπαραλήγουσα ακούγεται πιο φυσική ειδικά στον προφορικό λόγο, ενώ σε πολλές άλλες (όπως το αλφάβητο) είναι πιο εύφωνη η κατάβαση στην παραλήγουσα. Συνεπώς ας μη φοβούμαστε να κατεβάζουμε τους τόνους στην ομιλία μας, όχι μόνο συναισθηματικά αλλά και γραμματικά.