Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020

Ύβρις και ζημία

 Θα μπορούσε κανείς να δανεισθεί κάποια λόγια του Αποστόλου Παύλου και να πει στους νεοέλληνες: «ἔδει μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντας... κερδῆσαί τε τὴν ὕβριν ταύτην καὶ τὴν ζημίαν» [Πραξ. 27:21]. Ο λόγος για τον αριθμό των κρουσμάτων της νόσου Covid-19 και των διασωληνωμένων που τον τελευταίο μήνα γίνεται κάθε μέρα και μεγαλύτερος, ξεπερνώντας κατά πολύ την εικόνα του περασμένου χειμώνα. Εκείνη μας είχε κάνει περήφανους (έστω και έγκλειστους) όταν βλέπαμε τα χειρότερα σε άλλες χώρες. Τώρα, μέσα στη γενική έξαρση της πανδημίας που προσβάλλει όλο τον κόσμο, δεν μένουμε κι εμείς πίσω. Θα μπορούσαμε να αποφύγουμε τα χειρότερα; Πιθανώς ναι. Σ’ εκείνο το «πειθαρχήσαντας» που διαβάζουμε παραπάνω βρίσκεται το κλειδί. Αυτή την πειθαρχία, που στην Ορθόδοξη παράδοση ονομάζουμε υπακοή, δεν την δεχόμαστε εύκολα. Όλοι ξέρουμε καλύτερα, όλοι είμαστε πάνω από τους ειδικούς (σε οποιοδήποτε θέμα), και άστους να λένε. Ποιοι είναι αυτοί άλλωστε; Αν όμως είχαμε δείξει την σχετική αυτοσυγκράτηση την θερινή περίοδο και μέχρι πρόσφατα, ίσως να είχαμε κερδίσει «τὴν ὕβριν ταύτην καὶ τὴν ζημίαν». Προς όφελος όλων μας. Τι περισσότερο περιμένουμε για να συνετισθούμε;


Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2020

Ποιο δικαίωμα;

 Η γλώσσα, όπως είναι γνωστό, είναι μέσο και εργαλείο απαραίτητο στον άνθρωπο. Όπως όλα τα εργαλεία, μπορεί κι αυτή να χρησιμοποιηθεί ευεργετικά ή καταστροφικά, αφού παροιμιωδώς μέχρι και κόκκαλα τσακίζει. Τα ‘ρήματά’ της (οι λέξεις) διαφέρουν στη σημασία τους, ώστε να αποδίδουν κατά το δυνατόν με ακρίβεια τις σκέψεις και τις επιθυμίες μας. Έτσι, άλλο είναι το ‘αψηφώ’ και άλλο το ‘προκαλώ’. Άλλο το ‘αποδοκιμάζω’ ή ‘καταδικάζω’ και άλλο το ‘υβρίζω’ ή ‘προσβάλλω’ ή ‘διασύρω’. Συμφωνούμε ως εδώ;

     Ας πάμε στην τρέχουσα πραγματικότητα. Έχουμε στο θέατρο του κόσμου έναν Τούρκο πρόεδρο που δεν διστάζει να απειλεί ή και να υβρίζει όσους δεν του κάθονται καλά και δεν συμφωνούν με τις παράλογες κινήσεις του. Τελευταίος του προσφιλής στόχος ο πρόεδρος της Γαλλίας, μιας χώρας που κατά συγκυρίαν έχει γίνει στόχος και ακραίων ισλαμιστών (ομοϊδεατών του γείτονά μας), με αποτέλεσμα επανειλημμένα ειδεχθή εγκλήματα σε βάρος πολιτών της. Υπάρχει δικαιολογημένη αγανάκτηση και οργή για τις πράξεις αυτές, που δεν επιδοκιμάζονται ή επικροτούνται από κανέναν λογικό άνθρωπο. Ωστόσο, η οργή αυτή δεν εκτονώνεται, και βέβαια το πρόβλημα δεν λύνεται (αντίθετα παροξύνεται), αν εκφράζεται με υβριστικό και χυδαίο τρόπο, όπως στο πρόσφατο πρωτοσέλιδο σκίτσο του περιοδικού Charlie Hebdo.

     Ο σύγχρονος Δυτικός άνθρωπος έχει περί πολλού τα δικαιώματά του. Καλά κάνει, αλλά είναι μεγάλη συζήτηση το τι ακριβώς αποτελεί δικαίωμα και ποια είναι τα όριά του. Μέσα στο δικαίωμα του λόγου και της γνώμης φθάνει να περιλαμβάνει και την βλασφημία, την βάναυση προσβολή προσώπων, συμβόλων, ιδεών που άλλοι άνθρωποι θεωρούν ιερές και απαραβίαστες. Καλώς ή κακώς, σωστά ή εσφαλμένα, γι’ αυτούς έχουν υπόσταση θεότητος. Κάποιοι από αυτούς (κακώς, κάκιστα) ίσως θεωρήσουν ιερό χρέος τους να αντιδράσουν με τρόπο βίαιο και να ξεπλύνουν την προσβολή με ακραίο και εγκληματικό τρόπο. Δυστυχώς καμία νομοθεσία, κανένα σύνταγμα, καμία πειθώ δεν μπορεί να μας προφυλάξει από τους παράφρονες. Ούτε αποτελεί θεραπεία το γεγονός ότι π.χ. ο τελευταίος δράστης στη Γαλλία έπεσε νεκρός μετά το έγκλημά του. Δεν είναι πολύ προτιμότερο εμείς οι πιο ‘πολιτισμένοι’ να είμαστε και πιο εγκρατείς στον τρόπο που εκφραζόμαστε; Δεν νομίζω ότι χάνουμε κάτι ουσιώδες αν αυτοπεριορίσουμε το δικαίωμά μας στη βλασφημία. 

     Υ.Γ. Είχα γράψει τις παραπάνω σκέψεις όταν άκουσα στις ειδήσεις την πιο πρόσφατη σφαγή τριών αθώων ανθρώπων σε εκκλησία της Νίκαιας στη Γαλλία από φανατικό μουσουλμάνο. Δυστυχώς το 'δικαίωμα' που λέγαμε το πληρώνουν ξένα κεφάλια...

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2020

Με άλλα λόγια, Όχι!

 Άνοιξα κάποια στιγμή τυχαία το ραδιόφωνο σε τοπικό σταθμό. Ο δημοσιογράφος που παρουσίαζε την εκπομπή μας είπε, με ύφος τουλάχιστον νομπελίστα της Ιστορίας (αν υπήρχε τέτοιος τίτλος), ότι ο λαός είπε το «Όχι» και όχι βέβαια ο Μεταξάς, «που ξέρουμε ότι ήταν φασίστας, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά». Μάλιστα.
     Επειδή είναι όχι απλώς ανόητο αλλά παντελώς κακόηθες να ‘αναθεωρούμε’ την ιστορία ανάλογα με τις προσωπικές μας ιδεοληψίες, ας κάνω μια εντελώς φανταστική υπόθεση. Βγαίνει αύριο κάποιος και αρχίζει να λέει δημόσια: «Στις 21 Απριλίου 1967 σύσσωμος ο ελληνικός λαός κήρυξε χούντα». Θα απαντήσει κάποιος αφελής: «Τι μας λέει αυτός; Τη χούντα την έκανε ο Παπαδόπουλος και η παρέα του». «Όχι», θα πει ο ‘αναθεωρητής’, «ο λαός ολόκληρος την έκανε. Ο Παπαδόπουλος συμμορφώθηκε, γιατί δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά».
     Εξωφρενικό ε; Φυσικά. Όσο εξωφρενικό είναι και το προηγούμενο. Στη δημόσια σκηνή πάντοτε υπάρχουν πρόσωπα που διακρίνονται και αφήνουν το αποτύπωμά τους, θετικό ή αρνητικό, στην ιστορική στιγμή ή περίοδο που ζουν. Είναι συμπλεγματική συμπεριφορά να μην αναγνωρίζει κανείς τη θετική στάση κάποιου επειδή ιδεολογικά συμβαίνει να βρίσκεται ‘απέναντι’. Και δυστυχώς η αρρώστια διαδίδεται με την ευκολία του κορωνοϊού, γιατί οι πολλοί δεν τολμούν να αντιμιλήσουν στον ‘αναθεωρητή’, «ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται» από το σαλόνι της ‘προοδευτικότητος’.
     Το «Όχι» στην ελληνική ιστορία διατυπώθηκε κατά καιρούς με διάφορους τρόπους. Έτσι ο Λεωνίδας είπε το «Μολών λαβέ». Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος διεμήνυσε στον Πορθητή ότι «κοινῇ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν». Κι ο Ιωάννης Μεταξάς απάντησε στον Γκράτσι «Alors, c’est la guerre!» (λοιπόν, έχουμε πόλεμο)*. Για τις λέξεις αυτές, που βρήκαν άμεση και καθολική απήχηση στον κόσμο που τους ακολουθούσε, έμειναν στην ιστορία, ο καθένας στην εποχή του. Κι αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι με την ιστορική αλήθεια, ο τελευταίος δεν θα είχε προετοιμάσει μήνες νωρίτερα τις οχυρώσεις που φέρουν το όνομά του (Γραμμή Μεταξά) αν σκόπευε να συμπλεύσει αμαχητί με τις δυνάμεις του Άξονα. Ευτυχώς το άκουσα και αυτό το επιχείρημα, και μάλιστα στο δημόσιο ραδιόφωνο, από μια κυρία της οποίας δεν έπιασα το όνομα. Εύγε.

     *Σχετικό άρθρο ΕΔΩ.


Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

Πολιούχος και προστάτης

Ξαναδιαβάζω αυτές τις μέρες μια διήγηση για τον Άγιο Δημήτριο, που την αναφέρει ο όσιος Συμεών ο Μεταφραστής και την έχω αναρτήσει και σε προηγούμενες χρονιές. Την βρίσκω ιδιαίτερα επίκαιρη, με την αναφορά της σε εφόδους εχθρών και σε λοιμώδεις νόσους. Ας την ξαναθυμηθούμε (οι υπογραμμίσεις δικές μου).

     ‘Κάποιος Ιλλούστριος, αξιωματούχος που ήταν προϊστάμενος στον ναό του Αγίου, ήταν πολύ ενάρετος άνθρωπος. Αυτός, τον καιρό του πολέμου των Αβάρων επί βασιλέως Μαυρικίου (582-602 μ.Χ.), είδε σε όραμα δυο μεγαλόπρεπους άνδρες που ήρθαν στο ναό και ζήτησαν από τον υπηρέτη να τους παρουσιάσει στον κύριο του οίκου. Καθώς εκείνος τους έμπασε στο ναό, εμφανίσθηκε από τη λάρνακά του ο Άγιος και τους ρώτησε τι επιθυμεί ο Βασιλεύς. Εκείνοι του αποκρίθηκαν ότι ο Βασιλεύς διατάζει την αγιωσύνη σου να αφήσεις την πόλη και να πας προς εκείνον, διότι η πόλη θα πέσει στους εχθρούς. Όταν άκουσε τα λόγια αυτά, ο Άγιος δάκρυσε και έγειρε το κεφάλι και έμεινε πολλή ώρα άφωνος από το βάρος της λύπης για όσα άκουσε, και ο υπηρέτης είπε στους δυο άνδρες: «Αδελφοί, αν ήξερα ότι η παρουσία σας θα δυσαρεστούσε τόσο πολύ τον κύριό μου, δεν θα σας οδηγούσα σ’ αυτόν». Και τότε μόνο ο Άγιος είπε: «Αλήθεια, αυτό θέλησε; Αυτό επιθυμεί ο Κύριος και Δεσπότης των όλων, μια τέτοια πόλη που την εξαγόρασε με το αίμα του να την αφήσει στα χέρια εκείνων που δεν τον γνωρίζουν;»
     Όταν εκείνοι απάντησαν ότι αυτό ήταν το θέλημά του, ο συμπαθέστατος Μάρτυρας τους είπε να πάνε την ακόλουθη απόκριση στον Δεσπότη: «Γνωρίζω τους οικτιρμούς σου, φιλάνθρωπε Κύριε, ότι πάντα νικούν την αγανάκτησή σου, που την υποδαυλίζουν οι αμαρτίες μας. Γνωρίζω ότι συ έδωσες τη ζωή σου για τους αμαρτωλούς κι έχυσες το αίμα σου γι’ αυτούς, και ότι η καλοσύνη σου δεν εμποδίζεται από τις αμαρτίες μας. Κι επειδή έβαλες κι εμένα φύλακα αυτής της πόλης, θα μιμηθώ εσένα τον Δεσπότη: θα θυσιάσω την ψυχή μου γι’ αυτούς, κι αν χαθούν θα χαθώ μαζί τους, διότι η πόλη επικαλείται το όνομά σου και οι άνθρωποί της δεν απομακρύνθηκαν από σένα, αν και αμάρτησαν, και διότι συ είσαι Θεός των μετανοούντων». Και τότε οι άνδρες είπαν: «Αυτά να πούμε στον Βασιλέα που μας έστειλε;», κι εκείνος απάντησε «Αυτά να πείτε», και μόλις τα είπε ξαναγύρισε στο κοιμητήριό του και έκλεισε το ιερό κιβώτιο μπροστά στους αγγελιοφόρους, που αναχώρησαν.
     Όταν είδε και άκουσε αυτά ο ιερός Ιλλούστριος, βγήκε αμέσως και έτρεξε να ενθαρρύνει όσους είχαν μείνει στην πόλη, που ήσαν κατατρομαγμένοι από την προηγηθείσα λοιμώδη νόσο και την έφοδο των εχθρών και βρίσκονταν σε αμηχανία και αδράνεια, και τους έπεισε ότι ο Άγιος είναι μαζί τους και ότι θα σωθούν με τη δική του πρεσβεία. Και αυτό απέδειξε στη συνέχεια η εξέλιξη των γεγονότων
’. 

     Όπως μας θυμίζουν τα τροπάρια του αγίου, και σε άλλες περιστάσεις με την χάρη του «νέφη απηλάθησαν βαρβαρικά, νόσοι εδιώχθησαν». Ας του ζητήσουμε να ασκήσει και πάλι την θαυματουργό του δύναμη όχι μόνο για την πόλη μας, αλλά για το έθνος μας και τον κόσμο ολόκληρο.

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2020

DSM-5

 Ξαναδιάβασα σήμερα τη σύνθεση της Επιτροπής Αντιμετώπισης Εκτάκτων Συμβάντων Δημόσιας Υγείας από Λοιμογόνους Παράγοντες, των ‘λοιμωξιολόγων’, όπως τη λέμε συχνά χάριν απλότητος. Κι έκανα τη σκέψη ότι λείπει μια ειδικότητα από το ‘ρόστερ’, για να το πούμε ποδοσφαιρικά. Λείπει ο ψυχίατρος. Τι δουλειά έχει αυτός; θα ρωτήσετε. Με δεδομένες τις ποικίλες αντιδράσεις που έχει προκαλέσει η πανδημία σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, μια τέτοια παρουσία δεν θα ήταν καθόλου άσχετη. Θα είχε να αντιμετωπίσει την εκτεταμένη άρνηση της ύπαρξης ή της βαρύτητας της νόσου, τις συλλογικές αντιδράσεις τύπου συνωστισμού σε μπαρ και νυκτερινά κέντρα διασκέδασης και πορείες διαμαρτυρίας, τη φυγή όσων ‘βράζει το αίμα τους’ (κατά την πρωθυπουργική έκφραση) σε άλλες πόλεις και άλλα νησιά για να επωφεληθούν από το ελεύθερο μεταμεσονύκτιο ωράριο, τους κατά φαντασίαν ασθενείς από κατακράτηση διοξειδίου του άνθρακα πίσω από τις μάσκες, τους παρανοϊκούς που εφευρίσκουν θεωρίες συνωμοσίας, τους πολιτικούς και δημοσιογράφους που τη μία μέρα θεωρούν τα μέτρα υπερβολικά και την άλλη ελλιπή και καθυστερημένα -- λίγα είναι όλα αυτά;
     Και για να μην εξαιρεθεί σχεδόν κανείς, ένας ψυχίατρος θα μπορούσε να συμβουλεύσει όλους τους υπόλοιπους σχετικά με τη διαχείριση των ψυχικών και κοινωνικών προβλημάτων που προκύπτουν από τα παρατεταμένα περιοριστικά μέτρα και το αντίστοιχο άγχος που δημιουργεί η ανασφάλεια και ο φόβος της νόσου. Ιδού: καλύψαμε πρακτικά όλο το φάσμα των καταστάσεων που περιλαμβάνει η τελευταία έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (αυτήν υποδηλώνουν τα αρχικά του τίτλου). Όπως λέγαμε κάποτε στο στρατό, «Γιατρέ, τα χάπια μου!»


Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2020

Ποινή

 Ο μεγάλος γιατρός Πωλ Μπραντ γράφει στο βιβλίο του ‘Πόνος: ένα δώρο που κανένας δεν θέλει’ ότι για να είναι αποτελεσματικός ως αμυντικό μέσο ο πόνος πρέπει αναγκαστικά να είναι δυσάρεστος. Πώς να το κάνουμε; Αν πατώντας ένα καρφί ή αγγίζοντας μια καυτή εστία δοκιμάζαμε μια ευχάριστη αίσθηση ή ακούγαμε μια εσωτερική φωνή να μας λέει, έστω και σε επιτακτικό ύφος, «Τράβα το πόδι σου (ή το χέρι σου)!» χωρίς το επώδυνο τρύπημα ή το κάψιμο, όσο να αποφασίσουμε να αντιδράσουμε η ζημιά θα είχε γίνει. Έτσι η άμεση, ακούσια, δυσάρεστη απειλή της βλάβης αποτελεί το κύριο προστατευτικό στοιχείο του πόνου, για τον οποίο πρέπει να είμαστε ευγνώμονες.
     Το ίδιο βέβαια ισχύει για κάθε είδους ποινή (γραμματικά ομόρριζη με τον πόνο) ή τιμωρία, παιδαγωγική ή σωφρονιστική. Για να έχει αποτέλεσμα πρέπει να είναι τσουχτερή. Με χάδια και λουλούδια δεν επιτυγχάνεις αλλαγή συμπεριφοράς, διόρθωση τρόπων, δεν αποτρέπεις εγκλήματα και παραβάσεις. Αυτό ισχύει είτε πρόκειται για απείθαρχους μαθητές είτε για παραβάτες του νόμου είτε για τον Τούρκο πρόεδρο και την παρέα του. Μπορεί να ακούγεται σκληρό, αλλά έτσι είναι: η απειλή των κυρώσεων, όταν δεν φθάνει ποτέ σε υλοποίηση, απλώς αποθρασύνει τον φταίχτη, ο οποίος βάζει τον αντίχειρα στη μύτη και λοιδορεί ειρωνικά και αυτάρεσκα όλους τους άλλους. «Δεν θα μου κάνουν τίποτε», λέει. «Γαυγίζουν αλλά δεν δαγκώνουν». Και συνεχίζει το βιολί του, με διογκωμένο το ‘εγώ’ του. Μόνο που ό,τι παραφουσκώνει κάποτε σκάζει με τρόπο καταστρεπτικό και ανεπανόρθωτο.


Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2020

Εναλλακτικά

Σήμερα το απόγευμα δέχθηκα μια κλήση  στο κινητό από άγνωστο αριθμό. Αφού επιβεβαίωσε το όνομά μου ο νεαρός (τουλάχιστον στη φωνή), μου είπε ότι αντιπροσώπευε μια εταιρεία (μου είπε και το ξενικό της όνομα), πρόσθεσε ότι για λόγους ασφαλείας (τίνος άραγε;) η κλήση μαγνητοφωνείται και ότι θα ήθελε την ηλεκτρονική μου διεύθυνση για να μου στείλει ενημερωτικό υλικό για την εταιρεία. Μια και δεν ήξερα το όνομα, ρώτησα με τι ασχολείται η εν λόγω επιχείρηση. «Με εναλλακτικούς τρόπους εισοδήματος», ήταν η απάντηση. Του είπα ότι δεν ενδιαφέρομαι και το έκλεισα.
     Κι έπειτα σκέφθηκα: τι ακριβώς είναι οι ‘εναλλακτικοί τρόποι εισοδήματος’; Οι πρώτες απαντήσεις που μου ήρθαν στο μυαλό (κι αν θέλετε, θεωρήστε με καχύποπτο) ήταν η κλοπή, η υπεξαίρεση, η παραχάραξη χαρτονομισμάτων και κάθε άλλο είδος απάτης. Στην πολιτικά ορθή γλώσσα οπωσδήποτε το επίθετο ‘εναλλακτικός’ καλύπτει όλες αυτές τις μεθόδους. Ύστερα πέρασα σε διάφορες επενδυτικές δραστηριότητες. Απ’ όσο ξέρω, πολλές από αυτές δεν διαφέρουν και πολύ από τις προηγούμενες. Το ενδιαφέρον μου παραμένει αμείωτα αρνητικό. Κι επειδή σκέφθηκα ότι και άλλοι μπορεί να δεχθούν ανάλογη απόπειρα ενημέρωσης, είπα να σας προλάβω. Η τελική απόφαση δική σας, και δεν φέρω ευθύνη.


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

Στα σύννεφα

Διαβάζω χθες ότι ξανανοίγουν φτερά τα υπερηχητικά τζετ, οι απόγονοι του Κονκόρντ και του Τουπόλεφ-144, που έχουν γίνει πλέον μουσειακά είδη. Δυο κατασκευαστές (ο ένας είναι η NASA) σχεδιάζουν, δοκιμάζουν και σκοπεύουν να εκτοξεύσουν στον αέρα ‘ιπτάμενα βέλη’ που θα ταξιδεύουν σε μεγάλο ύψος με ταχύτητες 2,2 Mach (σχεδόν 2700 χιλιόμετρα την ώρα) και θα μεταφέρουν από 65 ως 88 επιβάτες, που πριν προλάβουν να προσδεθούν π.χ. στο Λονδίνο και να πιουν μια γουλιά καφέ ή ουίσκι θα ακούνε ότι «ετοιμαζόμαστε για την προσγείωσή μας στο αεροδρόμιο Κένεντι της Νέας Υόρκης». Και η μεν τεχνολογία επιδιώκει αυτό που επεδίωκε πάντα: να κάνει το κάτι παραπάνω, να πατήσει ένα σκαλί ψηλότερα σε επιτεύγματα. Ωστόσο οι επιδιώξεις αυτές πρέπει να έχουν και ένα ρεαλιστικό φρένο. Τι κόστος θα έχει ένα τέτοιο εγχείρημα; Και σε πόσους θα απευθύνεται; Με το πρώτο κύμα του κορωνοϊού είδαμε τις παγκόσμιες αερομεταφορές να πέφτουν κατακόρυφα, με τις πτήσεις να μειώνονται μέχρι και 90 τοις εκατό. Με τα δεδομένα αυτά, και χωρίς ακόμη να φαίνεται φως στον ορίζοντα της πανδημίας, τι ακριβώς εξυπηρετεί ένα τέτοιο δαπανηρό τόλμημα, που και στην πρώτη του εκδοχή, και υπό τελείως άλλες παγκόσμιες συνθήκες, δεν ήταν εμπορικά επιτυχημένο;


Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2020

Εκατόνταρχοι

 Τέσσερεις Ρωμαίοι αξιωματικοί με τον βαθμό του κεντυρίωνος (στα λατινικά centurio= εκατόνταρχος) αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη. Όλοι με θετικό τρόπο. Όλοι έχουν να μας διδάξουν πολλά.

     Ο πρώτος, που παραμένει ανώνυμος, στέλνει και παρακαλεί τον Κύριο να θεραπεύσει τον δούλο του που είναι σοβαρά άρρωστος, μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο να τον δεχθεί στο σπίτι του [Ματθ. 8:5-13, Λουκ. 7:1-10]. Έχει καλή μαρτυρία από την κοινωνία στην οποία ζει, δέχεται τον θαυμασμό και τον έπαινο του Κυρίου για την πίστη του («οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον») και κερδίζει μ’ αυτήν το αίτημά του, αφήνοντας ένα υπόδειγμα εκούσιας ταπείνωσης μέχρι σήμερα.

     Ο δεύτερος εκτελεί καταρχήν ένα σκληρό και απάνθρωπο υπηρεσιακό καθήκον: επιβλέπει και προΐσταται στη σταύρωση του Κυρίου και επιβεβαιώνει τον θάνατό του στον Πιλάτο. Εκπλήσσεται όμως με τα σημεία που βλέπει και ομολογεί την θεότητα του σταυρωμένου Χριστού, προσχωρεί στην παράταξη των πιστών και αργότερα υφίσταται το μαρτύριο του αίματος και τιμάται ακριβώς σήμερα (16 Οκτωβρίου) από την Εκκλησία ως ο άγιος Λογγίνος.

     Ο τρίτος είναι ο Κορνήλιος [Πραξ. κεφ. 10]. Κατά παράδοξο τρόπο, ο στρατιωτικός αυτός ζει ζωή ασκητική: νηστεύει και προσεύχεται και κάνει ελεημοσύνες ενώ έχει και οικογένεια και στρατιωτικά καθήκοντα. Αξιώνεται να δει άγγελο, να καλέσει τον απόστολο Πέτρο και να υποβάλει την παράκλησή του και την ετοιμότητά του να υπακούσει σε ό,τι εκείνος του υποδείξει. Και δέχεται το Άγιο Πνεύμα πριν ακόμη βαπτισθεί. Και αυτός τιμάται ως άγιος (13 Σεπτ.).

     Ο τέταρτος, ο Ιούλιος, παραλαμβάνει δέσμιο τον απόστολο Παύλο για να τον οδηγήσει από την Παλαιστίνη στη Ρώμη για να δικασθεί [Πραξ. κεφ. 17]. Από την αρχή δείχνει ιδιαίτερη εκτίμηση και σεβασμό στον διαφορετικό αυτό κρατούμενο, στον οποίο «φιλανθρώπως» συμπεριφέρεται και του δίνει σχετική άνεση κινήσεων. Κάνει μια παρακοή όταν δέχεται τις υποδείξεις των εμπείρων ναυτικών για το πώς θα πλεύσουν από την Κρήτη, η οποία όμως παραλίγο να στοιχίσει σε όλους πολύ ακριβά. Μέχρι το τέλος έχει τον Παύλο υπό την προστασία του και αποτρέπει τους στρατιώτες από το να φονεύσουν τους κρατουμένους την ώρα του ναυαγίου, για να σώσει τον απόστολο.

     Τέσσερεις Ρωμαίοι αξιωματικοί, με δύσκολα (μερικές φορές εγκληματικά) καθήκοντα, λειτουργοί μιας εξουσίας που ασκούσε καταπιεστική βία στους άλλους, αναδεικνύονται φιλάνθρωποι, σπλαχνικοί, ταπεινοί, ασκητές, και τελικά άγιοι. Είναι οι απαρχές της μεγάλης φάλαγγας των στρατιωτικών αγίων που δημιουργήθηκε τους επόμενους αιώνες και καταγράφεται στα συναξάρια. Αξίζει να τους θυμόμαστε ιδιαίτερα.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2020

Γρηγόρης Σκαμπαρδώνης (1935-2020)

Τι μπορεί να γράψει κανείς αποχαιρετώντας έναν άνθρωπο που με την εκδημία του αφήνει ένα καλό όνομα, ένα υπόδειγμα βίου και πλήθος αγαθές μνήμες;
     Ο θείος Γρηγόρης, ο μικρότερος από τα αδέλφια του, μεγάλωσε υπό σκληρές συνθήκες μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και στη συνέχεια εισήχθη και τελείωσε την Στρατιωτική Ιατρική Σχολή το 1959. Πέρασε όλη τη ζωή του στο στρατό, μέχρι την συνταξιοδότησή του με τον βαθμό του υποστρατήγου. Ειδικεύθηκε στην καρδιολογία, μετεκπαιδεύθηκε στην Αμερική και άσκησε την κλινική ιατρική σε διάφορες γωνιές της Ελλάδος, όπου τον έστελναν οι υπηρεσιακές ανάγκες αλλά και το δικό του ζωηρό πνεύμα. Απόστρατος πλέον, πέρασε ένα καλοκαίρι ως γιατρός σε κρουαζιερόπλοιο στη Μεσόγειο, εξασκώντας και τα όψιμα Ισπανικά του (είχε πάντα μεράκι και ταλέντο με τις ξένες γλώσσες). Αργότερα, σε ηλικία 76 ετών, έφτασε και στην Τανζανία, ως γιατρός σε σταθμό της εκεί Ορθόδοξης Ιεραποστολής. Η άλλη του αγάπη ήταν η ιστορία της ελληνικής ιατρικής, και από το 1991 ήταν επιμελητής εκδόσεως του περιοδικού ‘Δέλτος’. Ήταν διαρκώς ενήμερος στα τρέχοντα θέματα, και η συζήτηση μαζί του πάντα είχε ζωηρό ενδιαφέρον και σε άφηνε σοφότερο. Αγαπούσε την κλασική μουσική. Από τα πρώτα κομμάτια που είχα ακούσει μικρός στο σπίτι του ήταν το ‘Αυτοκρατορικό βαλς’ του Στράους, ενώ ένα βράδυ που είχα διανυκτερεύσει εκεί, αρκετά χρόνια αργότερα, μου έβαλε την Πρώτη Συμφωνία του Μπετόβεν στο στερεοφωνικό, μου έδωσε και τα ακουστικά -- ήταν ήδη μεσάνυχτα -- και μου ευχήθηκε καλή ακρόαση μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Και τα δυο έργα τα έχω συσχετίσει συνειρμικά με το πρόσωπό του.
     Πριν μερικά χρόνια δημοσίευσε τις ιδιαίτερες εμπειρίες της ζωής του, εντός και εκτός Ελλάδος, υπό τον τίτλο ‘Λήθης αντίδοτον: Αναμνήσεις ενός στρατιωτικού γιατρού’ (ας σημειώσω εν παρόδω ότι ήμουν ‘νουνός’ του βιβλίου, ως προς το πρώτο σκέλος του τίτλου). Ήδη είχε εκδηλωθεί το δύσκολο αιματολογικό νόσημα, με το οποίο έδωσε ακούραστη μάχη επί επτά χρόνια -- κανένας τον καιρό της διάγνωσης δεν περίμενε ότι θα άντεχε τόσο. Πρόσθεσε και την εμπειρία αυτή ως τελευταίο κεφάλαιο στο βιβλίο, με τη συνηθισμένη του γλαφυρή ειλικρίνεια: είχε και χάρισμα στον γραπτό λόγο, αλλά και το απαραίτητο χιούμορ. Αντιμετώπισε την αρρώστια, με τις μεγάλες απαιτήσεις της σε νοσηλείες, απομονώσεις, μεταγγίσεις, θεραπείες, ανοσοκαταστολή, με κουράγιο και ηθικό αξεπέραστο. Αισιόδοξος μέχρι το τέλος, αλλά και απόλυτα συμφιλιωμένος με την πραγματικότητα του επερχομένου θανάτου, με ώριμη πνευματικότητα, με την προσευχή στο νου και την καρδιά, με τακτική συμμετοχή στα Μυστήρια, και με τη διαρκή υπόμνηση σε όσους μιλούσαν μαζί του: «Είμαστε στα χέρια του Θεού». Αυτή ήταν και η τελευταία κουβέντα που αντάλλαξε με την αδελφή του, τη μητέρα μας, χθες το πρωί. Και σήμερα η μεγάλη πόρτα άνοιξε για την έξοδο από την παρούσα ζωή και τη μετάβαση στην άλλη.
     Αντιγράφω εδώ δικά του λόγια, γραμμένα το Πάσχα του 1992, από το βιβλίο του:
     «Το βράδυ νομοτελειακά μας περιμένει. Και τι μας απέμεινε; Ποιος να ξέρει; ώρες; μέρες; μερικά χρόνια; Και το πιο σημαντικό: Τι στ’ αλήθεια θα απομείνει από μας όταν θάχουμε κι εμείς σαλπάρει;... Θα περισωθεί κάτι από την περιπέτεια της ύπαρξής μας;... Πιστεύω πως ό,τι αγαπήσαμε θα μείνει στη Μνήμη του Θεού. Αυτό, απ’ όλα όσα κάναμε, φαίνεται πως είναι το μόνο που δεν υπήρξε μάταιο. Κι αυτό είναι το μόνο που μπορεί να μας κάνει να ελπίζουμε στην Άλλη Μέρα, τη Μέρα του Θεού την αβασίλευτη».
     Καλή ανάπαυση στην αβασίλευτη Μέρα, αλησμόνητε θείε Γρηγόρη!

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2020

Συμμαχίες

Διαβάζω πρόσφατο άρθρο της Μαρίας Κατσουνάκη στην Καθημερινή με τίτλο ‘Οι συμμαχίες με τον διάβολο πληρώνονται ακριβά’. Κάνει κάποιες αξιοπρόσεκτες επισημάνσεις με αφορμή τη δίκη της Χρυσής Αυγής και την συνακόλουθη ανταλλαγή δηλώσεων των κομμάτων εξουσίας για το αν και ποιος διευκόλυνε την άνοδό της ή τέλος πάντων με κάποιο τρόπο την ευνόησε. Γράφει μεταξύ άλλων: «Το 2012 [η Χ.Α.] αναδείχθηκε σε υπολογίσιμη δύναμη πατώντας πάνω στην κατάρρευση του παλιού πολιτικού συστήματος. Η δική του φθορά νομιμοποίησε τα χειρότερα ένστικτα. Οσο η φθορά αυτή είναι παρούσα, με διάφορους τρόπους, το εκλογικό ακροατήριο θα αναζητεί τιμωρητικές λύσεις, όλο και πιο ακραίες και επικίνδυνες». Τι σημαίνει φθορά; Εκτός των άλλων, κι αυτό που ζούμε καθημερινά: η ανταλλαγή ύβρεων και οι ακατάσχετες λογομαχίες μεταξύ κομμάτων για θέματα τόσο σημαντικά όσο η αβδηριτική ‘σκιά του όνου’. Μπορούμε να απαλλαγούμε από το όνειδος αυτό; Αλλού: «Η πολιτική είναι ένα βρώμικο παιχνίδι, όπως λέγεται. Βρώμικο, βαθύτατα κυνικό και αλαζονικό. Άρα, όλα επιτρέπονται, προκειμένου να παραμείνει κανείς στην εξουσία. Κάπως έτσι, με διαπιστωτικές κοινοτοπίες, συμφιλιωνόμαστε εύκολα με τα χειρότερα, θεωρώντας τα δεδομένα, διότι όλα τα κόμματα βρέχονται κατά καιρούς από μπουγαδόνερα».
     Βέβαια η συνήθης απάντηση που δίνει κάθε κόμμα για τον εαυτό του είναι ότι «Δεν είμαστε όλοι ίδιοι». Αυτό ας αφήσουν να το κρίνουμε εμείς οι υπόλοιποι, αφού αυτοσυστατικές επιστολές δεν γίνονται πουθενά δεκτές. Σε κάθε περίπτωση, ας αναλογισθούν τα κόμματα τις κατά καιρούς συμμαχίες τους, κι ας δείξουν στην πράξη ότι δεν προκαλούν τον κόσμο να επιλέξει στο μέλλον ακραίες και επικίνδυνες τιμωρητικές λύσεις.


Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2020

Περί δικαίου

Πάντα ωραίο σαν λέξη και σαν ιδανικό. Ποιος δεν πίνει νερό στ’ όνομά του; Ποιος δεν το επικαλείται κάθε φορά που βρίσκεται σε αντιπαράθεση με κάποιον άλλο, γείτονα, συνέταιρο, ανταγωνιστή, συχνά συγγενή, με αφορμή κάποια μεταξύ τους διεκδίκηση; Και τι θα γινόμασταν αν δεν υπήρχε κάποιου είδους δίκαιο για να βοηθάει στην επίλυση τέτοιων διαφορών, από τις μικρότερες μέχρι τις μεγαλύτερες;

     Κάθε τόσο ακούμε πολλά περί δικαίου. Στις μέρες μας μάλιστα υπάρχουν δυο μεγάλες αφορμές που το αναδεικνύουν καθημερινά: η δίκη της Χρυσής Αυγής σε ποινικό επίπεδο και η συμπεριφορά της Τουρκίας σε διεθνές. Ως μη ειδικοί ακούμε και μαθαίνουμε πολλά από άλλους ειδήμονες, κάποια από τα οποία μας κάνουν και τρίβουμε τα μάτια μας. Έτσι π.χ. σήμερα το πρωί άκουσα ότι εφόσον είσαι εκλεγμένος ευρωβουλευτής και καταδικαστείς σε φυλάκιση για ποινικό αδίκημα, δεν χάνεις ούτε την ιδιότητα ούτε τα προνόμια και τον παχυλό μισθό του ευρωκοινοβουλίου. Γι’ αυτό εμπιστεύεται κανείς τόσο πολύ τους πολιτικούς: διότι συνήθως φροντίζουν να έχουν βουτυρωμένο το ψωμί τους υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.

     Η έννοια του δικαίου περιλαμβάνει κάποιες παραμέτρους. Η μία είναι το σύνολο των κανόνων συμπεριφοράς σε μια συγκεκριμένη περιοχή του κοινού βίου. Έτσι π.χ. έχουμε εμπορικό δίκαιο που ρυθμίζει τα της αγοράς, αστικό δίκαιο που βάζει κανόνες στις καθημερινές σχέσεις μεταξύ των πολιτών και του κράτους, διεθνές δίκαιο που κάνει το ίδιο σε επίπεδο κρατών κ.ο.κ. Η άλλη παράμετρος είναι οι συμβαλλόμενοι. Οι έμποροι, οι πολίτες, τα κράτη, αποδέχονται και τηρούν τους κώδικες συμπεριφοράς που ισχύουν σε κάθε περίπτωση, αποφεύγοντας τις παραβιάσεις τους, ώστε να μη βρεθούν αντιμέτωποι με την άλλη παράμετρο, που είναι ο μηχανισμός εφαρμογής του δικαίου και οι ανάλογες συνέπειες και κυρώσεις για την καταπάτησή του.

     Αυτά ως προς την απλουστευμένη θεωρία. Στην πράξη ανακύπτουν προβλήματα, διότι, όπως λέγεται με μορφή λογοπαιγνίου, θεωρία και πράξη είναι θεωρητικά ίδιες, αλλά πρακτικά διαφέρουν. Ένα πρόβλημα είναι η ερμηνεία που δίνεται στους κανόνες του δικαίου. Αυτό συχνά έχει να κάνει με τη φραστική διατύπωση ενός νόμου, που μπορεί να χαρακτηρίζεται από ασάφειες και αοριστίες και να αφήνει ‘παράθυρα’ για επιδέξιους δικηγόρους. Ένα άλλο είναι η κοινή αποδοχή και ισχύς των κανόνων του δικαίου. Το «οὐ κλέψεις» θεωρητικά ισχύει για όλους, αλλά το αποδέχονται όλοι; Τι ακριβώς συνιστά κλοπή; Είναι όλες οι κλοπές ίδιες; Ο πλούσιος που εκμεταλλεύεται ‘νόμιμα’ τον φτωχό διαπράττει το ίδιο αδίκημα με τον φτωχό που κλέβει ‘παράνομα’ τον πλούσιο; Ο πολίτης που κλέβει από το κράτος σε τι διαφέρει από το κράτος που κλέβει τον πολίτη;  Τα ερωτήματα αυτά μπορούν να απασχολούν τους νομικούς δια βίου, χωρίς να καταλήγουν σε γενικά αποδεκτές απαντήσεις. Και τι γίνεται όταν άτομα, ομάδες ή κράτη αγνοούν κατάφωρα κανόνες δικαίου και συμπεριφοράς, ανάλογα με το συμφέρον τους;

     Κι εδώ φτάνουμε στο άλλο μείζον θέμα, εκείνο της επιβολής του δικαίου. Ο καλύτερος των νόμων αποδεικνύεται άχρηστος αν δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής του, ακόμη και από εκείνους που δεν τον δέχονται. Το πρόβλημα αυτό μπορεί να λύνεται εύκολα όταν η διαφορά ισχύος των δύο μερών είναι μεγάλη: το κράτος έχει την εξουσία να φυλακίσει ανέξοδα τον πολίτη, ο τελευταίος όμως θα πρέπει να «δαπανήσει τὰ παρ’ ἑαυτοῦ πάντα» για να βρει το δίκιο του απέναντι στο κράτος. Ένα ισχυρό κράτος μπορεί να εισβάλει σ’ ένα αδύναμο αν ξέρει ότι δεν πρόκειται να υποστεί επώδυνες συνέπειες, πέρα από μια φραστική καταδίκη. Ένα πρόστιμο δεν σημαίνει απολύτως τίποτε για έναν πάμπλουτο, ισοδυναμεί όμως με χρεωκοπία για έναν ενδεή. Μια υπερδύναμη μπορεί να αγνοεί περιφρονητικά την ύπαρξη διεθνούς δικαστηρίου και να μην αναγνωρίζει τις αποφάσεις του, ακόμη κι αν τις επικαλείται εναντίον όλων των άλλων, και να αυτοδικεί κατά βούλησιν εκεί που βλέπει (ή και υποψιάζεται μόνο) ότι θίγονται τα συμφέροντά της. Δανειζόμενοι μια ρήση του Αποστόλου Παύλου θα λέγαμε ότι «νόμος παρεισῆλθεν ἵνα πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα» [Ρωμ. 5:20], δηλαδή η ύπαρξη νόμων πρωτίστως αναδεικνύει το πλήθος των παρανομιών που διαπράττονται καθημερινά από όσους έχουν συμφέροντα και εξουσίες.

     Και κάτι τελευταίο. Για να υφίσταται νόμος είναι απαραίτητο ένα κριτήριο, ένα σημείο αναφοράς, ένα μέτρο σύγκρισης βάσει του οποίου οι όποιες πράξεις και συμπεριφορές θα χαρακτηρίζονται σύννομες ή παράνομες, δίκαιες ή άδικες, κι ένας μηχανισμός επιβολής. Όλα τα παραπάνω ισχύουν για κάθε είδους νόμο. Και στα μεν ανθρώπινα πράγματα συχνά τόσο οι νόμοι όσο και η επιβολή τους ακολουθούν τον κυνικό κανόνα του ‘δικαίου του ισχυροτέρου’: όποιος μπορεί να νομοθετεί και να επιβάλλει κατά το συμφέρον του έχει συνήθως ‘δίκαιο’, έστω κι αν όλοι οι άλλοι βλέπουν το κριτήριο αυτό ως τελείως σαθρό και παράνομο. Για όσους όμως πιστεύουν ότι όλα τα ανθρώπινα είναι πεπερασμένα και μάταια αλλά δεν αποτελούν την μόνη πραγματικότητα, υπάρχει και το τελικό κριτήριο και σημείο αναφοράς, που περιέγραψε ο Ιησούς Χριστός όταν έλεγε στους μαθητές του και σε όλους μας: «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα…· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ» [Ματθ. 10:28]. Γι’ αυτό και ο Αδελφόθεος Ιάκωβος μας θυμίζει ότι «εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης καὶ κριτής, ὁ δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι» [Ιακ. 4:12], ο Θεός, απέναντι στον οποίο δεν υπάρχει ούτε δευτεροβάθμιο δικαστήριο ούτε άλλο ένδικο μέσον, αφού είναι ο ίδιος «δίκαιος καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησε» [Ψαλμ. 10:7], «ἡ δικαιοσύνη του» είναι «δικαιοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ νόμος του ἀλήθεια» [Ψαλμ. 118:142].

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2020

Συνωστισμός

Πολλά γράφτηκαν για τη δίκη της ‘Χρυσής Αυγής’, τη μεγαλύτερη της νεότερης ιστορίας, ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που επιτέλους φτάνει στο τέρμα της μετά από πεντέμισι χρόνια. Πολλές οι εξηγήσεις και οι αιτίες για τη διάρκειά της. Και μόνο ο αριθμός των κατηγορουμένων, των δικηγόρων της μιας και της άλλης πλευράς, και ο όγκος των τεκμηρίων και των καταθέσεων θα ήταν αρκετός για να ‘ξεχειλώσει’ το μήκος της διαδικασίας. Αν προσθέσει κανείς και τις αναζητήσεις καταλλήλων αιθουσών, τα μέτρα ασφαλείας, τα ποικίλα νομικά τεχνάσματα, τις αναβολές, τις απεργίες των δικηγόρων, τις αλλαγές του ποινικού κώδικα, αλλά και πολιτικές παρεμβάσεις (ειδικά από τη σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, που το 2014 ζητούσε έγκριση της Βουλής για την παραπομπή σε δίκη των χρυσαυγιτών βουλευτών), έχει ολοκληρωμένη τη συνταγή.
     Η καταδικαστική απόφαση επικροτήθηκε κατά κόρον από όλους και δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τη δική μας  σύμφωνη γνώμη, που έχει διατυπωθεί ήδη από την εποχή των συλλήψεων [ΕΔΩ]. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά, υπό το πρίσμα της άλλης επικαιρότητας, εκείνης της πανδημίας, στο συγκεντρωμένο πλήθος που διαδήλωσε έξω από το Εφετείο. Οι εικόνες θα έκαναν ασφαλώς τις τρίχες των επιδημιολόγων να ανορθωθούν, καθώς θα έβλεπαν δεκάδες χιλιάδες κόσμου συνωστισμένους στην Αθήνα και αλλού, με αποστάσεις όχι μέτρων αλλά εκατοστών, ως επί το πλείστον χωρίς μάσκες, να φωνάζουν και να γεμίζουν τον αέρα με... αντιφασιστικά σταγονίδια. Θα ήταν βέβαια πρακτικά αδύνατο να ζητήσει κανείς τήρηση μέτρων υπό τέτοιες συνθήκες. Ωστόσο, με δεδομένες τις εικόνες αυτές, ίσως για τις επόμενες δύο εβδομάδες καθένας που θα ανιχνεύεται ‘θετικός’ στον ιό θα πρέπει να ερωτάται μεταξύ των άλλων και αν συμμετείχε στην διαδήλωση της 7ης Οκτωβρίου. Για στατιστικούς καθαρά λόγους.
     Ελπίζω και εύχομαι η καταδικασμένη εγκληματική οργάνωση να μην εκδικηθεί με έμμεσο τρόπο τους αντιπάλους της, όλους τους Έλληνες, με αυξημένο αριθμό κρουσμάτων.


Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2020

Μια φορά κι έναν καιρό

Αρχίζω με την κλασική εισαγωγή των παραμυθιών, γιατί όσα θα γράψω έχουν περάσει πλέον περίπου στη σφαίρα του μυθικού για τους νεώτερους αναγνώστες, όχι όμως και για τις δικές μας ‘σειρές’. Κάποτε λοιπόν, από τα έξι ως τα δεκαοκτώ μας χρόνια, πηγαίναμε σχολείο έξι μέρες την εβδομάδα. Επειδή ήμασταν πολλοί και οι αίθουσές μας περιορισμένες, κάναμε μάθημα εναλλάξ, τρεις μέρες πρωί και τρεις απόγευμα. Οι τάξεις μας είχαν από 30 μέχρι και 50 άτομα (στην Έκτη Δημοτικού, όταν περάσαμε τους εξήντα, χωρίσαμε σε δύο τμήματα). Στα θρανία μας καθόμασταν δύο και τρεις μαζί. Δεν είχαμε υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα για SMS, ίντερνετ και διαδραστικούς πίνακες. Διαβάζαμε και γράφαμε, όχι μόνο τα μαθήματά μας, αλλά και τις τιμωρίες μας (τόσες φορές «Δεν θα μιλάω στην τάξη» και παρόμοια), και μαθαίναμε ακόμη και ιχνογραφία και καλλιγραφία. Ακούγαμε πολλά, και «πάσα παράβασις και παρακοή» έπαιρνε την άμεση μισθαποδοσία της, με χαστούκια στο πρόσωπο ή ξυλιές στην παλάμη. Τα δεχόμασταν αδιαμαρτύρητα, μια και ήταν δεδομένα στοιχεία της παιδείας μας. Φορούσαμε και ποδιές, τα αγόρια μέχρι την Τρίτη Δημοτικού, τα κορίτσια μέχρι να τελειώσουν το εξατάξιο Γυμνάσιο (με κεντημένο το όνομα του σχολείου αριστερά στο στήθος). Από την Πέμπτη Δημοτικού δίναμε εξετάσεις δυο φορές το χρόνο, Φεβρουάριο και Ιούνιο, καθώς και εισαγωγικές για το Γυμνάσιο. Στο τελευταίο οι τιμωρίες περιλάμβαναν και την αποβολή από δύο ως τέσσερεις ημέρες για ποικίλα παραπτώματα, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να σε έδιωχναν από το σχολείο (ή και από όλα τα σχολεία της χώρας). Οι απουσίες καταγράφονταν κάθε ώρα και έπρεπε να δικαιολογούνται με την προσέλευση του κηδεμόνα, ενώ γράφονταν και στο ποινολόγιο του σχολείου και μπορεί να σου στοίχιζαν τη χρονιά. Η προαγωγή από τάξη σε τάξη δεν ήταν εξασφαλισμένη, και πολλοί ήταν εκείνοι που παραπέμπονταν σε επανεξέταση τον Σεπτέμβριο ή σε επανάληψη της ίδιας τάξης την επόμενη χρονιά. Πολλοί διέκοπταν τη φοίτηση στο Γυμνάσιο όταν συνειδητοποιούσαν ότι «δεν τα έπαιρναν τα γράμματα», και οι αριθμοί μας μειώνονταν καθώς ανεβαίναμε τάξεις, κι έτσι από οκτώ τμήματα των 60 στην Πρώτη Γυμνασίου φθάσαμε σε έξι τμήματα των 40 στην Έκτη. Για το Πανεπιστήμιο έπρεπε να περάσουμε πρώτα τις εξετάσεις του Ιουνίου, να πάρουμε απολυτήριο και να διαβάσουμε δυο μήνες το καλοκαίρι για να δώσουμε εισαγωγικές τον Σεπτέμβριο. Το απολυτήριο, εκτός από τον αριθμητικό βαθμό μας, έγραφε και τη διαγωγή μας. Στις 28 Οκτωβρίου, στη γιορτή της σημαίας, ο σημαιοφόρος και οι παραστάτες της χρονιάς που είχε αποφοιτήσει (οι αριστούχοι της τάξης) παρέδιδαν τη σημαία του σχολείου στους αντίστοιχους μαθητές της Έκτης (τα ‘άριστα’ ήταν μετρημένα στα δάχτυλα κάθε χρόνο*). Εννοείται ότι κάναμε προσευχή καθώς και έπαρση και υποστολή σημαίας κάθε μέρα. Λέξεις όπως δεκαπενταμελές, συντονιστικό, συνέλευση, αποχή, απεργία, κατάληψη, δεν υπήρχαν στο λεξιλόγιο μαθητών και καθηγητών. Η κάθε πλευρά ήξερε τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της, ενώ οι καθηγητές δέχονταν επιθεώρηση κάθε τόσο και αξιολογούνταν. Και δεν χάσαμε ούτε μία μέρα μάθημα.

     Γιατί όλη αυτή η αναδρομή στο παρελθόν; Διότι όλα αυτά αποτελούν ένα κομμάτι της προσωπικής μας ιστορίας. Διότι καλό είναι να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης με τις τρέχουσες συνθήκες (κάθε φέτος και χειρότερα…). Και διότι, παρόλο που όλα τα παραπάνω μπορεί να ακούγονται καταπιεστικά από τους σύγχρονους νέους, δεν εμπόδισαν όσους είχαν τη διάθεση και την επιμονή να αποφοιτήσουν, να σπουδάσουν, να αναδειχθούν σε ποικίλους τομείς της δημόσιας ζωής, και να αναπτύξουν ελεύθερη και κριτική σκέψη. Και να θυμούνται με ευγνωμοσύνη τους ανθρώπους που τους «επαίδευσαν επί το συμφέρον» την δύσκολη εκείνη εποχή της επταετίας.

     *Προ καιρού διάβασα ότι ο αριθμός των αριστούχων σε γυμνάσια και λύκεια αυξήθηκε στις 227.100 (σε σύνολο μαθητών 680.000) από 181.790 που ήταν το σχολικό έτος 2018-2019. Η αύξηση αποδίδεται και στο γεγονός ότι τον περασμένο Ιούνιο δεν έγιναν γραπτές εξετάσεις στο τέλος της σχολικής χρονιάς και άρα ο μέσος όρος βαθμολογίας προέκυψε μόνο από τους προφορικούς βαθμούς που κατά κανόνα είναι υψηλότεροι των γραπτών. Ας με συμπαθούν οι εξ αυτών άξιοι αριστούχοι, αλλά οι βαθμοί τους μάλλον δεν έχουν καμία σχέση με εκείνους της παραπάνω εποχής.