Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Μεροληψία


Διάβασα χθες σε ιστολόγιο ένα απλό και συγχρόνως εύστοχο σχόλιο-ερώτημα: «Πώς, μετά τον Μάιο που επιτράπηκε ο κόσμος στις Εκκλησίες και η Θεία Κοινωνία, τα κρούσματα δεν ανέβηκαν;». Δεν είδα και δεν άκουσα να ‘παίζει’ σε συζητήσεις και δημοσιεύματα αυτή η απλή και συγχρόνως πολύ ορθή επιδημιολογική παρατήρηση. Δεδομένου ότι όλα τα κρούσματα, όλες οι ανιχνεύσεις, καταγράφονται καθημερινά και κοινοποιούνται με ακρίβεια ατόμου, είναι πολύ εύκολο να γίνει μια γραφική παράσταση που να αποδίδει τη διακύμανση της νοσηρότητας στο διάστημα αυτό σε συσχέτιση με τα μέτρα και τους παράγοντες που μπορεί να την επηρεάζουν. Οι δυο μήνες μετά το άνοιγμα των ναών είναι αρκετός χρόνος για να φανεί τυχόν αρνητική επίδραση του ‘εκκλησιαστικού συνωστισμού’ στην εξέλιξη της πανδημίας (η επίδραση του ανοίγματος του τουρισμού ήδη φαίνεται πολύ πιο σύντομα): απλούστατα, δεν υπήρξε τέτοιο φαινόμενο. Δεν το σκεφθήκαμε; Κάνουμε πως δεν το βλέπουμε; Ένα από τα βασικά κριτήρια αξιοπιστίας σε όλες τις ιατρικές εργασίες είναι αν έγινε μεροληπτική επιλογή δεδομένων (δηλ. αν χρησιμοποιήθηκαν όλα τα υπάρχοντα στοιχεία και όχι μόνο εκείνα που ευνοούν τα συμπεράσματα που θέλουμε να βγάλουμε). Επιτέλους, ας είμαστε ειλικρινείς και αντικειμενικοί με την αλήθεια και ας μην προσπαθούμε να στηρίξουμε το αντιεκκλησιαστικό μας μένος με επιλεκτικά επιχειρήματα.

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2020

Ειλικρίνεια

Δεν είμαι ειδικός, δεν γνωρίζω για την τραγωδία στο Μάτι τίποτε περισσότερο απ’ όσα οι υπόλοιποι Έλληνες, ούτε μπορώ να κρίνω και να αποδώσω ευθύνες όπου αυτές μπορεί να υπάρχουν. Ωστόσο, διαβάζοντας τις πρόσφατες αποκαλύψεις περί πιέσεων, εκβιασμών, απειλών και άλλων ‘συννόμων’ ενεργειών σε διάφορα υπηρεσιακά επίπεδα και χώρους, με σκοπό την απόσειση ευθυνών και τη σχετική συγκάλυψη, που βέβαια αγγίζει, λίγο ή πολύ, και πολιτικά πρόσωπα, αναρωτιέμαι: τι ακριβώς διδάσκουμε στους Έλληνες πολίτες που παρακολουθούν άναυδοι όσα λέγονται και γίνονται; Ότι αν κάτι πάει στραβά στον χώρο εργασίας σου, από το μικρότερο ως το μεγαλύτερο, το πρώτο και κύριο μέλημά σου πρέπει να είναι να καλύψεις τα νώτα σου, όποιες κι αν είναι οι συνέπειες για τους άλλους, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι αφήνεις πίσω σου 102 νεκρούς. Ότι εφόσον κάτι πάει στραβά, προς Θεού μην προσπαθήσεις να εκθέσεις τον προϊστάμενό σου διότι θα βρεθείς μπλεγμένος. Αν κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, σε περιμένει προαγωγή, εξέλιξη προς τα πάνω, ίσως και κάποιο παράσημο. Αν μιλήσεις, θα ζημιώσεις κυρίως (ή αποκλειστικά και μόνο) τον εαυτό σου, αφού όλοι οι άλλοι θα τραβήξουν την ουρά τους απ’ έξω. Άλλωστε υπάρχει και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, που προστατεύει τον πολιτικό χώρο, ώστε η δικαιοσύνη να μπορεί να παρέμβει εκεί μόνο με τη δική του άδεια. Απέναντι σ’ αυτό το ‘κράτος δικαίου’ ποια μπορεί να είναι η συμπεριφορά του πολίτη; Είτε να τηρεί τους νόμους που άλλοι ψηφίζουν μόνο για να τους καταπατούν, παίρνοντας έτσι τη ‘βούλα’ του κορόιδου (για να το θέσουμε κόσμια…), είτε να παίξει κι αυτός το παιχνίδι με τους ίδιους όρους, όσο και όπου μπορεί. Τέτοιο ήθος θέλουμε να καλλιεργήσουμε άραγε στους πολίτες; Πού είναι η ειλικρίνεια, η ευθύτητα, το θάρρος της ανάληψης ευθύνης, η ντομπροσύνη;
     Μικρός είχα διαβάσει μια ιστορία για τον πρώτο πρόεδρο των ΗΠΑ, τον Τζωρτζ Ουάσιγκτον. Όταν ήταν έξι ετών, ο πατέρας του του χάρισε ένα μικρό τσεκούρι, κι εκείνος χαρούμενος βγήκε στον κήπο να το δοκιμάσει και έκοψε μια μικρή κερασιά. Όταν ο πατέρας του ανακάλυψε τη ζημιά, θύμωσε και τον ρώτησε τι έκανε. «Δεν μπορώ να πω ψέματα», είπε ο μικρός, «την έκοψα με το τσεκούρι μου». Ο πατέρας του τον αγκάλιασε και του είπε: «Η ειλικρίνεια αξίζει περισσότερο από χίλια δέντρα». Όπως έγινε γνωστό αργότερα, η ιστορία αυτή είναι ένας από τους πολλούς θρύλους που πλάστηκαν για τον Ουάσιγκτον από τους βιογράφους του, που ήθελαν να τον προβάλουν ως πρότυπο τίμιου και ενάρετου άνδρα. Όπως όμως συμβαίνει και με τους μύθους του Αισώπου (ή ακόμη και με τις παραβολές του Κυρίου), το δίδαγμά της δεν χάνει την αξία του επειδή προβάλλεται μέσα από μια υποθετική ιστορία. Ίσως το σημερινό χάλι μας να οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν δίνουμε σημασία στις παραβολές και τις κάθε είδους διδαχές. Βλέπετε, τα δικά μας πρότυπα έχουν εκμοντερνισθεί, και ο ειλικρινής και ντόμπρος έδωσε τη θέση του στον απατεώνα, τον μασκαρά, τον καπάτσο. Καιρός δεν είναι να αλλάξουμε;  

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2020

Ταξίδια


Ανέκαθεν το κάθε είδους ταξίδι έκρυβε μια έλξη, μια γοητεία. Η μετάβαση ‘από τόπου εις τόπον’, είτε από ανάγκη, για δουλειές ή άλλες υποχρεώσεις, είτε από απλή περιέργεια (αυτό που σήμερα ονομάζουμε τουρισμό), μπορεί πάντα να είχε τις πρακτικές της δυσκολίες και τα προβλήματα, αλλά δεν έπαυε να είναι αφορμή για νέες εμπειρίες. Άλλωστε, μαθαίναμε από την ιστορία ότι οι αρχαίοι ταξίδευαν ‘κατ’ εμπορίαν και θεωρίαν’. Κι εμείς οι νεώτεροι δεν κάνουμε τίποτε διαφορετικό απ’ ό,τι έκαναν τόσο εκείνοι όσο και όλοι όσοι μεσολάβησαν από τότε.
     Σήμερα όμως έχουμε και την ευκολία να ταξιδεύουμε… ακίνητοι όντες, από την πολυθρόνα μας. Η σύγχρονη τεχνολογία έρχεται να δώσει τροφή στην όρεξή μας για εμπειρία, και η φαντασία μας συμπληρώνει τα κενά. Δυο τέτοια ‘ταξίδια’ συνέπεσαν πρόσφατα σε μια μόνο μέρα, για να πιστοποιήσουν το γεγονός ότι χωρίς ν’ αφήσουμε το δωμάτιό μας μπορούμε να πετούμε με άνεση όχι μόνο στον χώρο αλλά και στον χρόνο, το άπιαστο όνειρο των συγγραφέων.
     Το ένα ταξίδι ήταν στο Βυζάντιο, χίλια χρόνια πίσω. Έτυχε να διαβάζω μια νέα (αγγλική) βιογραφία της Άννας Κομνηνής (που έγραψε την περίφημη ‘Αλεξιάδα’ για να απαθανατίσει τον πατέρα της Αλέξιο Α΄ Κομνηνό) και παράλληλα να διορθώνω το βιβλίο μιας φίλης και συναδέλφου για τα παραλειπόμενα της βυζαντινής ιστορίας. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποτελεί έναν από τους πιο αδικημένους ιστορικούς χωροχρόνους, τόσο από τους Δυτικούς που τη βλέπουν με περιφρόνηση και συνήθως μέσα από τα προκατειλημμένα μάτια δικών τους συγγραφέων, όσο και από πολλούς σύγχρονους Έλληνες που δυσανασχετούν με το πνευματικό της υπόβαθρο (την Ορθόδοξη πίστη) και προτιμούν να τη βλέπουν ως ένα σκοτεινό μεσαίωνα. Μωροί και τυφλοί, και οι μεν και οι δε! Η Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν ήταν (από κοσμικής πλευράς) καθόλου χειρότερη από όλες τις ‘συναδέλφους’ της στην ιστορία: όποιος έχει διαβάσει στοιχειωδώς κάποια πράγματα, θα συναντήσει σε όλες τις εποχές και σε όλα τα έθνη και πολιτεύματα τις δολοπλοκίες, τις συνωμοσίες, τις αδελφοκτονίες, τις ίντριγκες και την προδοσία που οι Δυτικοί υποδηλώνουν όταν μιλούν για ‘βυζαντινισμό’. Ακόμη και η σύγχρονη πολιτική ζωή σε παγκόσμιο και εγχώριο επίπεδο δεν είναι τίποτε άλλο παρά απομίμηση αυτών των πρακτικών με τα μέσα που παρέχει η εποχή μας. Αν κάτι θα είχε να προσάψει κανείς στους Βυζαντινούς είναι ότι πολλές από αυτές τις ενέργειες παρέσυραν και ενέπλεξαν και εκκλησιαστικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα να σπιλώσουν την ιστορική εικόνα και την εν γένει προσφορά της εκκλησίας σε πάμπολλους άλλους τομείς (παιδεία, πολιτισμό, τέχνες, πνευματική καλλιέργεια, φιλανθρωπία κτλ.). Έτσι έδωσαν αφορμή (σε όσους αναζητούν τέτοιες αφορμές) να ‘βλασφημείται εν τοις έθνεσι το όνομα του Χριστού’. Αλλά μήπως και σήμερα δεν γίνεται κάτι ανάλογο;
     Μερικές ώρες αργότερα η τηλεόραση της ΕΡΤ μας ταξιδεύει ακόμη πιο παλιά. Το ντοκυμαντέρ ‘Το αίνιγμα της Κέρου’ μας πηγαίνει τρεις χιλιάδες χρόνια προ Χριστού, στην εποχή του χαλκού, σ’ ένα ακατοίκητο ξερονήσι των Κυκλάδων, που όμως φιλοξενεί έναν περίεργο και γοητευτικό για τους αρχαιολόγους οικισμό με εβδομήντα κτίσματα καλά σχεδιασμένα και χωροθετημένα πάνω σ’ έναν άγονο βράχο, γεμάτο κυκλαδικά ειδώλια και ποικίλα άλλα λείψανα ενός αρχαίου πολιτισμού. Η εκτεταμένη ανασκαφική προσπάθεια, με επικεφαλής τον αειθαλή Colin Renfrew που επισκέπτεται και μελετά τον χώρο από το 1963 μέχρι και σήμερα, είναι εντυπωσιακή. Κάθε πετραδάκι, κάθε κόκκος άμμου του νησιού, στην κυριολεξία, έχει περάσει από ψιλό κόσκινο, έχει φωτογραφηθεί, μετρηθεί, ζυγισθεί, καταγραφεί, και το παζλ των εκατομμυρίων μικρών και μεγάλων θραυσμάτων συναρμολογείται σιγά-σιγά, δίνοντας μια εικόνα του παρελθόντος, ανοίγοντας ένα παράθυρο στον τρόπο ζωής, την κοινωνία και τα αρχέγονα λατρευτικά έθιμα των ανθρώπων πριν πέντε χιλιάδες χρόνια, που ολοένα διευρύνεται. Όσο κι αν αναγκαστικά ζούμε στο παρόν και προσδοκούμε το μέλλον, με ό,τι αυτό μας επιφυλάσσει, δεν μπορεί παρά να μαγευόμαστε από τα μυστικά που κρύβει το χώμα που πατούμε γύρω μας, αλλά και να θαυμάζουμε τον σχολαστικό και επιμελή τρόπο, με τον οποίο η συνδυασμένη και επίμονη κοπιαστική εργασία τόσων ανθρώπων επί τόσα χρόνια βγάζει στο φως τα μυστικά αυτά. Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε σ’ ένα αρχαιολογικό μουσείο ή χώρο, ας αναλογισθούμε πόσος κόπος, φυσικός και πνευματικός, κρύβεται πίσω από κάθε έκθεμα, κάθε πέτρα και κτέρισμα που βλέπουμε μπροστά μας, έχοντας καταβάλει ένα συνήθως συμβολικό αντίτιμο. Κι ας πούμε ένα νοερό ‘ευχαριστώ’ σ’ αυτούς που μόχθησαν για να το βρουν και να το αναδείξουν.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020

Μάσκες


Έγιναν απαραίτητο αξεσουάρ της καθημερινής μας αμφίεσης τους τελευταίους μήνες. Όλοι γίναμε ειδικοί σ’ αυτές, μάθαμε και τους διάφορους τύπους τους και πώς πρέπει και δεν πρέπει να τις φοράμε. Μόδα αναγκαστική, με ποικίλες και περίεργες συνέπειες στην κοινωνική και επαγγελματική μας ζωή. Είναι εντυπωσιακό πώς μας αναγνωρίζουν οι περισσότεροι ακόμη και μ’ αυτές. Άβολες γενικά, ιδίως όσο η ζέστη αυξάνεται: το πρόσωπο ιδρώνει, τα γυαλιά θαμπώνουν, η ομιλία συχνά γίνεται ακατανόητη. Ένας από τους λόγους που δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου χειρουργό (ένας άλλος θα ήταν οι πτωχές επιδόσεις μου στο ράψιμο…). Ακόμη, κλέβουν σημαντικά από την μη λεκτική επικοινωνία. Μας στερούν την οπτική επαφή με το μισό πρόσωπο του άλλου, δεν μας αφήνουν να διαβάζουμε τις συναισθηματικές αντιδράσεις των αρρώστων μας σε όσα συζητούμε.
Το τελευταίο αυτό στοιχείο μας θυμίζει ότι ακόμη και στην προ ιού εποχή… μασκοφόροι ήμασταν: τα φερσίματα και τα λόγια μας δεν ήταν πάντα ακριβές αντίκρισμα του εσωτερικού μας κόσμου. Κοινωνικές συμβάσεις, σαβουάρ βιβρ, πολιτική ορθότητα, μικροσυμφέροντα και απώτερες βλέψεις μας έκαναν και μας κάνουν να φερόμαστε κατά περίπτωση διαφορετικά, να χρησιμοποιούμε τεχνάσματα λεκτικά, οπτικά, συμπεριφορικά για να περάσουμε στους άλλους μια εικόνα που δεν συνάδει με τις σκέψεις και τις ενδόμυχες επιθυμίες μας. Άλλα λέμε κι άλλα δείχνουμε, προβάλλουμε στη δημόσια σκηνή ένα προσωπείο, δίνουμε μια εντύπωση συνήθως καλύτερη από την πραγματικότητα, με άλλα λόγια είμαστε ‘υποκριταί’ με την αρχική έννοια του όρου: ηθοποιοί, που στο αρχαίο δράμα φορούσαν προσωπεία, μάσκες, τραγικά ή κωμικά. Και βέβαια οι ρόλοι μας μπορεί να διαφέρουν κατά περίπτωση, ακόμη και να είναι τελείως αντίθετοι μεταξύ τους, και τα προσωπεία να αλλάζουν ακόμη και πολλές φορές την ημέρα.
Είμαστε άραγε ποτέ ειλικρινείς με τους άλλους, και με τον εαυτό μας ακόμη; Ας το σκεφτούμε λίγο κι αυτό, στα πλαίσια της αναθεώρησης των πάντων που μας έχει επιβάλει η πανδημία.