Τετάρτη 12 Ιουνίου 2024

Δικαιοσύνη

Αφήνοντας κατά μέρος τα απόνερα των ευρωεκλογών – τουλάχιστον προσωρινά – βρίσκω στη Guardian ένα θέμα που δεν το είδα στα ελληνικά Μέσα. Δικαστήριο της πολιτείας Φλόριντα στις ΗΠΑ καταδίκασε την αμερικανική εταιρεία Chiquita (αυτή με τις μπανάνες) να πληρώσει αποζημίωση 38 εκατομμυρίων δολαρίων στις οικογένειες οκτώ ανδρών στην Κολομβία που δολοφονήθηκαν από παραστρατιωτική ‘ομάδα θανάτου’, καθώς αποδείχθηκε ότι η εταιρεία χρηματοδοτούσε από το 1997 ως το 2004 την τρομοκρατική οργάνωση που εκτέλεσε τις δολοφονίες αυτές. Η ακροδεξιά οργάνωση AUC είχε δημιουργηθεί στα 1980 για να προστατεύσει τους γαιοκτήμονες από αριστερές ανταρτικές οργανώσεις όπως η FARC, αλλά εξελίχθηκε σε έναν από τους χειρότερους καταπατητές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, καθώς και σε μεγαλέμπορο ναρκωτικών. Η εταιρεία Chiquita συνέχισε να πληρώνει την AUC ακόμη και μετά τον χαρακτηρισμό της από τις ΗΠΑ ως τρομοκρατικής οργάνωσης το 2001, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να εξασφαλίσει τη συνεχιζόμενη εμπορική παρουσία της στην Κολομβία (υπεράνω όλων οι business). Η οργάνωση τελικά αφοπλίσθηκε το 2004 μετά από μια ειρηνευτική συμφωνία που τερμάτισε έναν μακροχρόνιο και πολυαίμακτο εμφύλιο πόλεμο.

     Βέβαια σε τέτοιες καταστάσεις δεν υπάρχει απόλυτο λευκό και μαύρο: όλες οι πλευρές έχουν μερίδιο ενοχής για τα ποικίλα εγκλήματα που διαπράττονται για ιδεολογικούς ή οικονομικούς σκοπούς. Εγκληματίες δεν είναι μόνο αυτοί που κρατούν και χειρίζονται τα όπλα, αλλά και όσοι τους εξοπλίζουν και τους χρηματοδοτούν και τους επικροτούν. Η δικαστική απόφαση χαρακτηρίσθηκε ως ορόσημο διότι είναι η πρώτη φορά που αμερικανική εταιρεία κρίνεται υπαίτια για χρηματοδότηση καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εξωτερικό. Ακόμη,  δείχνει ότι σε κάποιες χώρες η δικαιοσύνη λειτουργεί ακόμη και απέναντι σε γιγάντιες επιχειρήσεις (ας σημειωθεί ότι η όλη νομική διαδικασία έχει κρατήσει 17 χρόνια). Ένα χρήσιμο μάθημα, και μακάρι να βρει μιμητές και για άλλες ανάλογες περιπτώσεις.  

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Η επόμενη μέρα

Ακόμη μια εκλογική διαδικασία προστέθηκε στο πολιτικό μας ιστορικό, τόσο το εθνικό όσο και το ατομικό, όσων έκαναν τον κόπο να ψηφίσουν, βέβαια, μια και η αποχή έφθασε το 60%. Με τόσο χαμηλό ποσοστό προσέλευσης δεν θα ήταν λάθος να μιλήσει κανείς για μια εκτεταμένη πανελλαδική δημοσκόπηση μάλλον παρά για εθνικές εκλογές. Παρόλο που το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό, θα πρέπει να απασχολήσει σοβαρά τους πολιτικούς, άνδρες και γυναίκες. Οι Έλληνες θα πρέπει να γαλουχούνται από μικρή ηλικία με ανάλογη αγωγή, ώστε να σέβονται και να τιμούν τον θεσμό των εκλογών. Θα πρέπει όμως να βλέπουν και δείγματα σωστής πολιτικής συμπεριφοράς γύρω τους, ώστε να αποκτήσουν στοιχειώδη εμπιστοσύνη, και να μάθουν να ψηφίζουν πρόσωπα αποδεδειγμένης αξίας που θα τους εκπροσωπούν στη δημόσια ζωή, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.

     Ας έρθουμε και στα αποτελέσματα. Προσφιλές σπορ των δημοσιογράφων και των πολιτικών το παιχνίδι των αριθμών και των ποσοστών: ποιος ανέβηκε ή κατέβηκε, πόσες μονάδες κέρδισε ή έχασε κάθε παράταξη, ποιος καρπώθηκε τις απώλειες της κυβέρνησης, και πάει λέγοντας. Οι αριθμοί είναι χρήσιμο εργαλείο, αλλά πρέπει να προσέχουμε πώς τους χρησιμοποιούμε, διότι μπορεί να βγάζουμε λανθασμένα συμπεράσματα. Θα χρειασθεί να επανέλθουμε με λίγο περισσότερα στοιχεία, αλλά προς το παρόν ας δούμε μόνο ένα υποθετικό και αυθαίρετο παράδειγμα με στρόγγυλα νούμερα, για ευκολία κατανόησης. Αν π.χ. ένα κόμμα πέρυσι πήρε 1.000.000 ψήφους και φέτος καταγράφει 800.000, φαίνεται να έχει 20% μείωση της εκλογικής του δύναμης. Αν πέρυσι το σύνολο των ψηφισάντων ήταν 2.500.000, τότε το ποσοστό του κόμματος ήταν 40%. Αν φέτος ψήφισαν μόνο 1.600.000, το τρέχον ποσοστό είναι 50%, δηλ. δείχνει αύξηση 25%! Καταλαβαίνει κανείς εύκολα ότι το κόμμα αυτό θα επιλέγει να προβάλλει την ‘μεγάλη αύξησή’ του, ενώ οι αντίπαλοί του θα μιλούν για ‘μεγάλη μείωση’. Πού είναι η αλήθεια;

     Και δυο λόγια επί της ουσίας. Είναι συνηθισμένη μετεκλογική απάντηση των πολιτικών ότι θα κάνουν την αυτοκριτική τους. Για να είναι αυτή σωστή και πλήρης, πρέπει να βασίζεται στα τρία ερωτήματα των Πυθαγορείων φιλοσόφων: «Πῆ παρέβην; Τὶ δ' ἔρεξα; Τὶ μοι δέον οὐκ ἐτελέσθη;». Με απλά λόγια: Τι παράβαση έκανα; Τι έπραξα; Τι έπρεπε να κάνω και δεν έκανα; Ας αναλογισθεί λοιπόν ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση τα στραβοπατήματά τους (εκούσια ή ακούσια), με πρώτο και πιο χτυπητό την εσπευσμένη θέσπιση του αφύσικου ‘γάμου’, και ας κάνουν επιτέλους κάποιες σωστές και πρακτικές μεταρρυθμιστικές κινήσεις που περιμένει ο πολύς κόσμος και όχι πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού και πρόθυμης συμμόρφωσης με την υπερατλαντική woke κουλτούρα. Και ας μη κρύβουν τα σφάλματά τους. Για να μη συνεχίσουν την καθοδική τους πορεία στο μέλλον.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Προεκλογικά

Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα’ της κάλπης και πάλι, Ευρωπαϊκής αυτή τη φορά. Και όπως κάθε τέτοιες μέρες, αναφύεται – ίσως περισσότερο από άλλοτε – το πιεστικό για πολλούς ερώτημα: πώς και τι θα ψηφίσω; Οι πολιτικοί μας τονίζουν μεν την ευρωπαϊκή διάσταση της ψήφου, σχεδόν αμέσως όμως επικεντρώνονται στο γνωστό τους πεδίο, τα εσωτερικά θέματα, με κυρίαρχες τις κομματικές επιδιώξεις (όλοι εναντίον όλων). Έχω ξαναγράψει εδώ και πολλά χρόνια ότι η ερμηνεία των εκλογών και των αποτελεσμάτων τους γίνεται κατά το συμφέρον. Η μεν κυβέρνηση ζητεί ισχυρή εκπροσώπηση στην Ευρώπη (ελπίζοντας σε ψήφο εμπιστοσύνης από τον κόσμο), η δε αντιπολίτευση προτρέπει σε τιμωρητική ψήφο προς την κυβέρνηση για τα πεπραγμένα της. Αν το αποτέλεσμα δεν ευνοήσει την κυβέρνηση, αυτή θα μας διαβεβαιώσει ότι έλαβε το μήνυμα, αλλά «οι εκλογές ήταν ευρωπαϊκές και όχι εθνικές». Αντίθετα, η αντιπολίτευση θα σπεύσει να ζητήσει πρόωρες εκλογές για να καρπωθεί το τυχόν διαφαινόμενο όφελος, ενώ αν τα ποσοστά της είναι αρνητικά θα το γυρίσει κι αυτή στο ‘ευρωπαϊκό’ και θα φορτώσει το κακό αποτέλεσμα στη αδιαφορία των πολιτών.

     Και τώρα τι κάνουμε; θα ρωτήσει ο προβληματιζόμενος ψηφοφόρος. Το πρώτο και βασικό είναι να μη περιφρονήσουμε την εκλογική διαδικασία με την αποχή μας. Ιδανικά, θα έπρεπε να μπορούμε να ψηφίζουμε σε ενιαίο ψηφοδέλτιο συγκεκριμένα πρόσωπα, στα οποία έχουμε στοιχειώδη εμπιστοσύνη ότι θα αξιοποιήσουν θετικά την παρουσία τους στα ευρωπαϊκά πράγματα για το γενικό καλό της πατρίδας μας. Αυτό δεν είναι εφικτό με το ισχύον σύστημα, αλλά κανείς δεν εμποδίζεται να ψηφίσει κάποιον ή κάποιους ανθρώπους εμπιστοσύνης, παραβλέποντας την κομματική τους ταυτότητα. Ωστόσο, στις προκείμενες εκλογές μπορούμε και θα πρέπει να αποδοκιμάσουμε τα κόμματα που μας έχουν δείξει τις προθέσεις τους σε άκρως σοβαρά θέματα όπως η θεσμοθέτηση και υπερψήφιση (μετά θριαμβολογίας και πανηγυρισμών) του δυσώνυμου ‘γάμου’ ομοφύλων ατόμων και η εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας στους βόρειους γείτονες. Και να δούμε τότε τι μήνυμα θα πάρουν οι υπαίτιοι.

     Σημ. Διαβάστε και το σχετικό χρονογράφημα του Γιώργου Παπαθανασόπουλου.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024

«Ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου…»

Σε πρόσφατο άρθρο του Τ.Θεοδωρόπουλου διάβασα για τον θάνατο μιας 17χρονης κοπέλας, στην οποία ο τοπικός μητροπολίτης αρνήθηκε τη νεκρώσιμη ακολουθία επειδή υπήρχαν σοβαρές υπόνοιες αυτοκτονίας. Δεν ξέρω τίποτε περισσότερο για το γεγονός και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Με την αφορμή αυτή όμως καταγράφω κάποιες γενικότερες σκέψεις για το θέμα.

     Η αυτοκτονία είναι μια τραγική, οριστική και αμετάκλητη πράξη απελπισίας, που συχνά τελείται από άτομα με ψυχολογικά προβλήματα, είτε γνωστά είτε αδιάγνωστα μέχρι την ώρα εκείνη. Και βέβαια δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Π.χ. κάποιος που διέπραξε ένα ή περισσότερα εγκλήματα αυτοκτονεί για να μη συλληφθεί, αυτοκτονεί όμως συχνότερα και κάποιος ή κάποια που βρίσκεται σε απόγνωση, για ποικίλους λόγους. Με το ίδιο μέτρο θα εκτιμηθεί η μία και η άλλη πράξη; Ακόμη και τα ποινικά δικαστήρια αναγνωρίζουν ελαφρυντικά και ειδικές εξαιρέσεις σε περιπτώσεις εγκλημάτων. Κατά καιρούς διάφοροι αυτόχειρες, αλλά και ποινικοί κατάδικοι, έχουν κηδευθεί με την ισχύουσα τάξη. Μάλιστα πριν μερικά χρόνια κηδεύθηκε εκκλησιαστικά και ένας δημοσιογράφος που είχε σχεδιάσει την αυτοκτονία του ως ‘πράξη εκούσιας ευθανασίας’, παρόλο που είχε δηλώσει ότι δεν ήθελε στον τάφο του σταυρούς και καντηλάκια [βλ. ΕΔΩ]. Κι αν σκεφθούμε και λίγο ευρύτερα, κάποιος οδηγεί μεθυσμένος με υπερβολική ταχύτητα και σκοτώνεται. Δεν είναι κι αυτός αυτόχειρας; Σε τι διαφέρει από αυτόν που αυτοπυροβολείται; Ωστόσο κηδεύεται κανονικά. Γιατί σε κάποιες περιπτώσεις εξαντλούμε την αυστηρότητά μας;

     Οι διακριτικοί πνευματικοί γνωρίζουν να εφαρμόζουν τους εκκλησιαστικούς κανόνες με ‘οικονομία’, μια έννοια πολύ ουσιαστική και ιδιαίτερη στον Ορθόδοξο χώρο, που αντιστοιχεί με αυτό που στην ιατρική ονομάζουμε εξατομικευμένη προσέγγιση. Εκφράζεται με το «οὐδὲ ἐγώ σε κατακρίνω» που απηύθυνε ο Κύριος στην μοιχαλίδα γυναίκα που του έφεραν οι Φαρισαίοι για να τον πειράσουν [Ιω. 8:11] ή το «κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως» του αγ. Ιακώβου του Αδελφοθέου [Ιακ. 2:13]. Η άτεγκτη επιμονή στην εφαρμογή των κανόνων, ειδικά σε περιπτώσεις όπως η παραπάνω, αποτελεί σοβαρό πνευματικό τραύμα για τους οικείους και εντελώς αρνητικό δείγμα συμπεριφοράς για πολύ κόσμο, που αποστρέφει το πρόσωπο από μια πρακτική που την θεωρεί απάνθρωπη και από την Εκκλησία στο σύνολό της. Άλλωστε, σε τελική ανάλυση, τον καθένα από μας δεν θα τον σώσει η τέλεση ή όχι της νεκρώσιμης ακολουθίας: ο Θεός γνωρίζει λεπτομερώς «τὰ κρύφια τῆς καρδίας» του καθενός μας και θα μας αποδώσει τα πρέποντα κατά τη δική Του αλάνθαστη κρίση.

     Και μια πρακτική σκέψη-πρόταση. Στα εκκλησιαστικά ευχολόγια υπάρχει πλήθος περιστατικών ευχών για διάφορες καταστάσεις, όπως και συγχωρητικές ευχές για αρές και αφορισμούς κλπ. Θα μπορούσε κατ’ αναλογίαν να καθιερωθεί ένας ειδικός τύπος νεκρώσιμης ακολουθίας ή μια ειδική ευχή για περιπτώσεις όπου ο θάνατος προήλθε από εκούσια πράξη του ίδιου του εκλιπόντος. Μια τέτοια ενέργεια δεν θα μείωνε την βαρύτητα του ‘απονενοημένου διαβήματος’, θα ήταν όμως μια επίκληση του ελέους του Θεού για μια ψυχή, της οποίας τα προβλήματα αγνοούσαμε. Περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή, η φιλάνθρωπη παρουσία της Εκκλησίας είναι απαραίτητη την ώρα της εξόδου από τον κόσμο αυτό, ιδίως όταν αυτή γίνεται υπό συνθήκες τραγικές και δύσκολες, και εν πολλοίς άγνωστες σ' εμάς.

Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

Ναρκισσιστικός ακτιβισμός

  

Για άλλη μια φορά τους τελευταίους μήνες μια νεαρή ‘ακτιβίστρια’ επιτέθηκε σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής σε μουσείο των Παρισίων. Συγκεκριμένα, κόλλησε ένα κόκκινο πόστερ πάνω στον γνωστό πίνακα με τις παπαρούνες του Claude Monet στο Μουσείο του Orsay, για να ελκύσει την προσοχή του κοινού στην υπερθέρμανση του πλανήτη. Φορώντας ένα μπλουζάκι με την επιγραφή LEnfer (Η Κόλαση) είπε στο σχετικό βίντεο που ανέβασε στο Διαδίκτυο ότι αυτός ο εφιάλτης μας περιμένει αν δεν κάνουμε κάτι. Μάλιστα.

     Υπάρχουν οπωσδήποτε θέματα που αξίζουν το ενδιαφέρον και την προσοχή όλων μας. Αν μπορούμε ή όχι να κάνουμε κάτι γι’ αυτά είναι θέμα συζήτησης. Ωστόσο, η εκμετάλλευση ή η παραμόρφωση των έργων τέχνης για τον σκοπό αυτό δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να λύσουμε τα προβλήματα. Συνήθως πρόκειται για μια εξεζητημένη μορφή ναρκισσιστικής αυτοπροβολής, ώστε να κολλήσουμε ένα αστέρι ‘ακτιβισμού’ στο πέτο μας και στο βιογραφικό μας. Τι γνώμη θα είχαν οι πιο ειδικοί;