Μπορούμε να διακρίνουμε δυο είδη δώρων. Εκείνα που συνδέονται με κοινωνικά γεγονότα, γιορτές, γάμους, βαπτίσεις, και που είναι συμβατικά, εθιμικά, προγραμματισμένα. Και τα απροσδόκητα. Όπως τα χθεσινά. Μια σακούλα τυροπιτάκια από έναν ασθενή που αναρρωνύει μετά από σοβαρή επέμβαση. Και μια πολύ όμορφη εικόνα του Αγ. Γεωργίου από έναν νέο καρκινοπαθή, Γιώργο κι αυτόν, 42 ετών, που αρχίζει σήμερα τη μάχη της χημειοθεραπείας, έχοντας ήδη δυστυχώς έκδηλα τα σημάδια της μεταστατικής νόσου. Είθε ο ‘ιατρός ψυχών και σωμάτων’ Θεός και ο Άγιος Γεώργιος να είναι μαζί του, και να έχει ουσιαστικό κέρδος.
Επειδή όμως, όπως μάθαμε, οι παροχές σε είδος θα φορολογούνται από φέτος, σε ποιον κωδικό του Ε1 θα πρέπει να καταχωρίσω τα παραπάνω; Και πού θα δηλώσω τις ευχαριστίες και τις ευχές της κυρα-Σοφίας που έφυγε σήμερα για το σπίτι μετά από τόσες μέρες ασταθή ισορροπία εντός και εκτός Εντατικής; Δηλώνω εκ των προτέρων ότι στο σημείο αυτό θα διαπράξω ‘φορολογική παράβαση’. Αμαρτία εξομολογημένη, και ό,τι ήθελε προκύψει.
Δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να πεις κάτι, αρκεί να έχουν την κατάλληλη έμφαση
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014
Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014
Συνδικάτα
Διαβάζω σε κυριακάτικο άρθρο του Στάμου Ζούλα στην Καθημερινή (5/10/14): ‘Η υπερπροστασία των συνδικαλιστών με τον ν. 1264 του 1982, μεταξύ των άλλων υλικών προνομίων, τους εξασφαλίζει το ακαταδίωκτο για: Εξαπάτηση με ψευδή πιστοποιητικά, για πρόσληψη ή προς απαίτηση υψηλότερων αποδοχών. Αποδοχή προμηθειών από τρίτους. Εξύβριση ή πρόκληση σωματικών βλαβών στον εργοδότη. Άρνηση εκτέλεσης της εργασίας, για την οποία είχε προσληφθεί ή αδικαιολόγητης απουσίας για πάνω από επτά ημέρες. Συμμετοχή σε απεργία, που έχει κηρυχθεί παράνομη και καταχρηστική, κ.λπ., κ.λπ.’. Και συμπεραίνει ο αρθρογράφος: ‘Ιδού λοιπόν το μοναδικό κίνητρο για απεργιακούς αγώνες, των κομματοκρατούμενων διοικήσεων της ΑΔΕΔΥ και της ΓΣΕΕ. Δηλαδή, των δύο «τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων», που ως αποστολή είχαν την προάσπιση και την προαγωγή των εργατικών συμφερόντων.’
Έχω άραγε άδικο όταν σκέφτομαι ότι η λέξη ‘συνδικάτο’ στην ελληνική γλώσσα υποδηλώνει δυο είδη δραστηριοτήτων που, με βάση τα παραπάνω, δεν φαίνεται να απέχουν και πολύ μεταξύ τους;
Έχω άραγε άδικο όταν σκέφτομαι ότι η λέξη ‘συνδικάτο’ στην ελληνική γλώσσα υποδηλώνει δυο είδη δραστηριοτήτων που, με βάση τα παραπάνω, δεν φαίνεται να απέχουν και πολύ μεταξύ τους;
Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014
Επιτήρηση
Μια λέξη που ως μαθητές τη συσχετίζαμε με τα διαγωνίσματα τελευταία αναφύεται όλο και πιο συχνά στο καθημερινό ειδησεογραφικό λεξιλόγιο. Θα φύγει, μας λένε, η Τρόικα στο τέλος του έτους διότι λήγει η θητεία της. Μη νομίσετε όμως ότι ως κράτος παύουμε να τελούμε υπό επιτήρηση. Ό,τι κι αν σας λένε (ή σας αφήνουν να νομίζετε) διάφοροι πολιτικοί ένθεν κακείθεν, η αυστηρή εποπτεία των δημοσίων μας πραγμάτων από τρίτους είναι δεδομένη για τον ορατό χρονικό ορίζοντα.
Μου θυμίζει η όλη κατάσταση κάτι που λέω στα μαθήματα επικοινωνίας σε γιατρούς. Οι άκαιρες και επιπόλαιες διαβεβαιώσεις ότι «όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείτε, δεν υπάρχει απολύτως κανένας κίνδυνος» και άλλα συναφή όταν οι περιστάσεις του αρρώστου άλλα δείχνουν, απλώς γεννούν εξωπραγματικές προσδοκίες. Όταν οι προσδοκίες αυτές διαψεύδονται ή ακυρώνονται από την έκβαση των γεγονότων, ακολουθεί η απογοήτευση, η οργή και οι διαμαρτυρίες των συγγενών, και όχι σπάνια ακόμη και οι νομικές επιπλοκές.
Μ’ ένα λόγο, καλό είναι να χτίζει κανείς περίτεχνους πύργους στην άμμο. Έλα όμως που η θάλασσα δεν αστειεύεται...
Μου θυμίζει η όλη κατάσταση κάτι που λέω στα μαθήματα επικοινωνίας σε γιατρούς. Οι άκαιρες και επιπόλαιες διαβεβαιώσεις ότι «όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείτε, δεν υπάρχει απολύτως κανένας κίνδυνος» και άλλα συναφή όταν οι περιστάσεις του αρρώστου άλλα δείχνουν, απλώς γεννούν εξωπραγματικές προσδοκίες. Όταν οι προσδοκίες αυτές διαψεύδονται ή ακυρώνονται από την έκβαση των γεγονότων, ακολουθεί η απογοήτευση, η οργή και οι διαμαρτυρίες των συγγενών, και όχι σπάνια ακόμη και οι νομικές επιπλοκές.
Μ’ ένα λόγο, καλό είναι να χτίζει κανείς περίτεχνους πύργους στην άμμο. Έλα όμως που η θάλασσα δεν αστειεύεται...
Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014
"Άσπρο πάτο!"
Διαβάζω σήμερα ότι σε μια δημοπρασία στο Χονγκ Κονγκ μια παρτίδα από 114 μπουκάλια κρασί Βουργουνδίας (για τους ενδιαφερόμενους ειδικούς: Romanee-Conti, 6 μπουκάλια από καθεμία από τις 19 σοδειές από το 1992 μέχρι το 2010) πουλήθηκε για 1,6 εκατομμύρια δολάρια, δηλ. περίπου 14,121 δολάρια για κάθε μπουκάλι ή 1700 δολάρια το ποτήρι. Αναρωτιέμαι πόση ώρα θα πρέπει να στριφογυρίζουν οι γευσιγνώστες την κάθε γουλιά στο στόμα τους για να εκμεταλλευθούν τις εκατοντάδες δολάρια που κοστίζει. Κι έπειτα; Το κρασί το ήπιες, και ο μεταβολισμός σου αναλαμβάνει να το μετατρέψει σε νερό και διοξείδιο του άνθρακα, τελείως ευτελή υλικά. Μέτρο και τίμημα της ανθρώπινης ευφυΐας (που ως γνωστόν μπορεί να έχει και αρνητικό πρόσημο).
Εκτός κι αν τα κρασιά αυτά δεν τα πίνεις, αλλά τα στοιβάζεις στην κάβα σου και κάθε τόσο την επισκέπτεσαι για να απολαμβάνεις το θέαμα, όπως περίπου ‘απολαμβάνεις’ έναν πανάκριβο καμβά με μουτζούρες κάποιου trendy ζωγράφου που εκθέτεις στο σαλόνι σου. Σε μια τέτοια περίπτωση η αρνητική ευφυΐα είναι ακόμη υψηλότερη: τα μπουκάλια θα μπορούσαν να περιέχουν βυσσινάδα ή χρωματιστό νερό, και να εκπληρώνουν την ίδια αποστολή. Και τα εκατομμύρια να πιάσουν τόπο κάπου αλλού.
Υστερόγραφο. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον μοναδικό Θανάση Βέγγο που συμβούλευε τους ξένους 'κριτές' στη γιορτή κρασιού: "Καλοί μου άνθρωποι, το κρασί είναι για να το πίνουμε κι όχι για να κάνουμε γαργάρες! Χα χα χα!" [Ολόκληρη η ταινία 'Ποιος Θανάσης!" ΕΔΩ].
Εκτός κι αν τα κρασιά αυτά δεν τα πίνεις, αλλά τα στοιβάζεις στην κάβα σου και κάθε τόσο την επισκέπτεσαι για να απολαμβάνεις το θέαμα, όπως περίπου ‘απολαμβάνεις’ έναν πανάκριβο καμβά με μουτζούρες κάποιου trendy ζωγράφου που εκθέτεις στο σαλόνι σου. Σε μια τέτοια περίπτωση η αρνητική ευφυΐα είναι ακόμη υψηλότερη: τα μπουκάλια θα μπορούσαν να περιέχουν βυσσινάδα ή χρωματιστό νερό, και να εκπληρώνουν την ίδια αποστολή. Και τα εκατομμύρια να πιάσουν τόπο κάπου αλλού.
Υστερόγραφο. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον μοναδικό Θανάση Βέγγο που συμβούλευε τους ξένους 'κριτές' στη γιορτή κρασιού: "Καλοί μου άνθρωποι, το κρασί είναι για να το πίνουμε κι όχι για να κάνουμε γαργάρες! Χα χα χα!" [Ολόκληρη η ταινία 'Ποιος Θανάσης!" ΕΔΩ].
Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014
Ηφαίστειο
Ως πιστός αναγνώστης του Ιουλίου Βερν στη μαθητική μου ηλικία θυμούμαι το δέος που μου προκαλούσε η τελική έκρηξη του ηφαιστείου στη ‘Μυστηριώδη Νήσο’. Κάθε έκρηξη ηφαιστείου, όπως η πιο πρόσφατη του Οντάκε στην Ιαπωνία που έχει μέχρι τώρα 51 επιβεβαιωμένους νεκρούς, μου ξαναφέρνει στο νου εκείνο το βιβλίο. Μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση το στοιχείο που τονίσθηκε ιδιαίτερα στα Μέσα ήταν η έλλειψη οποιασδήποτε πρόδρομης γεωδυναμικής δραστηριότητας που θα οδηγούσε σε λήψη προφυλακτικών μέτρων. Γεγονός που αποκαλύπτει πόσο λίγο γνωρίζουμε την terra firma, τη ‘στερεά γη’ πάνω στην οποία πατούμε..., και νιώθουμε ασφαλείς. Μέχρι την επόμενη δόνηση.
Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014
Σιγής κρείττον
Κάθε αρχή και δύσκολη, κι αυτό συχνά επηρεάζει και το γράψιμο. Άλλαξε ο μήνας, να βρούμε κάτι πρωτότυπο, ενδιαφέρον, να μην το έχουμε ξαναπιάσει--δύσκολο πράγμα. Ας περάσουν και μερικές μέρες σιγής: αν δεν έχεις να πεις κάτι καλύτερο από τη σιωπή, τότε κράτα κλειστό το στόμα σου, συμβούλευαν οι αρχαίοι.
Ωστόσο, υπάρχουν άνθρωποι που ο λόγος τους πάντα μας αναπαύει, μας ευφραίνει, μας γεμίζει, μας ανεβάζει. Έτυχε να δω χθες στο κανάλι 4Ε μια παλιότερη εκδήλωση μνήμης που οργανώθηκε στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών για τον αείμνηστο π. Ευσέβιο Βίττη. Δεν είμαι ειδικός για να τον παρουσιάσω: λίγο τον είχα γνωρίσει ως φοιτητής, είχα διαβάσει κείμενά του, είχα και την ευλογία να παρευρεθώ στην κηδεία του πριν πέντε χρόνια. Έμαθα πολύ περισσότερα από τις ομιλίες της εκδήλωσης (η μια καλύτερη από την άλλη). Τελευταίος ομιλητής ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος. Γλυκύς όπως πάντα, είχε ωστόσο και μια ‘βελούδινη’ επίπληξη για όλους τους εν Ελλάδι: είμαστε άνθρωποι της πόλωσης, είπε. Δεν ανεχόμαστε την πλατειά και ελεύθερη σκέψη που αγκαλιάζει ολόκληρο τον κόσμο, κάτι που διέθετε και εξέφραζε ο μακαριστός π. Ευσέβιος: την οικουμενικότητα, με την πιο Ορθόδοξη σημασία της.
Μήνυμα με πολλούς αποδέκτες, κατά την συνήθη έκφραση, και σε πολλούς χώρους, πολιτικούς και θρησκευτικούς (θου, Κύριε...). Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να ακούσουμε έναν άνθρωπο ‘πράον και ησύχιον’ που ομιλεί με ανιδιοτέλεια και γνήσια ανησυχία για την Ελλάδα και τους Έλληνες; Και στον οποίο είναι πρακτικά αδύνατο να αντιμιλήσεις, μια και ο λόγος του είναι φωτισμενος, ‘ηρτυμένος’ και εντελώς κατάλληλος για τις περιστάσεις;
Ωστόσο, υπάρχουν άνθρωποι που ο λόγος τους πάντα μας αναπαύει, μας ευφραίνει, μας γεμίζει, μας ανεβάζει. Έτυχε να δω χθες στο κανάλι 4Ε μια παλιότερη εκδήλωση μνήμης που οργανώθηκε στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών για τον αείμνηστο π. Ευσέβιο Βίττη. Δεν είμαι ειδικός για να τον παρουσιάσω: λίγο τον είχα γνωρίσει ως φοιτητής, είχα διαβάσει κείμενά του, είχα και την ευλογία να παρευρεθώ στην κηδεία του πριν πέντε χρόνια. Έμαθα πολύ περισσότερα από τις ομιλίες της εκδήλωσης (η μια καλύτερη από την άλλη). Τελευταίος ομιλητής ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος. Γλυκύς όπως πάντα, είχε ωστόσο και μια ‘βελούδινη’ επίπληξη για όλους τους εν Ελλάδι: είμαστε άνθρωποι της πόλωσης, είπε. Δεν ανεχόμαστε την πλατειά και ελεύθερη σκέψη που αγκαλιάζει ολόκληρο τον κόσμο, κάτι που διέθετε και εξέφραζε ο μακαριστός π. Ευσέβιος: την οικουμενικότητα, με την πιο Ορθόδοξη σημασία της.
Μήνυμα με πολλούς αποδέκτες, κατά την συνήθη έκφραση, και σε πολλούς χώρους, πολιτικούς και θρησκευτικούς (θου, Κύριε...). Πόσο διατεθειμένοι είμαστε να ακούσουμε έναν άνθρωπο ‘πράον και ησύχιον’ που ομιλεί με ανιδιοτέλεια και γνήσια ανησυχία για την Ελλάδα και τους Έλληνες; Και στον οποίο είναι πρακτικά αδύνατο να αντιμιλήσεις, μια και ο λόγος του είναι φωτισμενος, ‘ηρτυμένος’ και εντελώς κατάλληλος για τις περιστάσεις;
Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014
Εσπερινή παραλία
Η παραλία της Θεσσαλονίκης, ιδίως μετά την ανάπλασή της, αποτελεί μόνιμο κεφάλαιο και χώρο αναψυχής για όλη την πόλη. Μερικές εσπερινές γωνιές της, από χθεσινή... επιθεώρηση.
Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014
Ανεξάρτητοι ρόλοι
Ο Χρ. Γιανναράς σχολιάζει σήμερα στην Καθημερινή τις πρόσφατες δηλώσεις του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κ. Λέανδρου Ρακιντζή, ότι γνωστοί μεγιστάνες του πλούτου απολαμβάνουν ιδιότυπη ασυλία και ότι η Βουλή συγκαλύπτει οικονομικά εγκλήματα με βουλεύματα δικαστικών συμβουλίων, δηλαδή με διαδικασίες για τις οποίες δεν ισχύει η αρχή της δημοσιότητας. Καταγγέλλει δε την μη αντίδραση των κυβερνητικών κομμάτων σε τέτοιες αποκαλύψεις, που σε οποιαδήποτε θεσμικά πολιτισμένη χώρα θα είχαν σοβαρές πολιτικές συνέπειες.
Όνειρο φθινοπωρινής μεσημβρίας (δικό μου): προτείνεται ο Λέανδρος Ρακιντζής ως υποψήφιος Πρόεδρος Δημοκρατίας, και με το που εκλέγεται ‘μας τρελαίνει στη νομιμότητα’.
Κι εδώ ξυπνάω, και διαπιστώνω με κυνισμό ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης (ως θεσμός και ως πρόσωπο) υπάρχει για να αποκτά επίφαση δημοκρατίας το υπόλοιπο ‘σύστημα’, που δεν θεωρεί εαυτό υποχρεωμένο να ερευνήσει τις καταγγελίες του και να πράξει τα πρέποντα. Αρκεί που υπάρχει ο καταγγέλλων, προς το θεαθήναι. Εκείνος τη δουλειά του, οι άλλοι τη δική τους. Άλλωστε, και ο πάντα καυστικός λόγος του Χρ. Γιανναρά στις στήλες της συγκεκριμένης εφημερίδας, τον ίδιο ρόλο δεν παίζει;
Όνειρο φθινοπωρινής μεσημβρίας (δικό μου): προτείνεται ο Λέανδρος Ρακιντζής ως υποψήφιος Πρόεδρος Δημοκρατίας, και με το που εκλέγεται ‘μας τρελαίνει στη νομιμότητα’.
Κι εδώ ξυπνάω, και διαπιστώνω με κυνισμό ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης (ως θεσμός και ως πρόσωπο) υπάρχει για να αποκτά επίφαση δημοκρατίας το υπόλοιπο ‘σύστημα’, που δεν θεωρεί εαυτό υποχρεωμένο να ερευνήσει τις καταγγελίες του και να πράξει τα πρέποντα. Αρκεί που υπάρχει ο καταγγέλλων, προς το θεαθήναι. Εκείνος τη δουλειά του, οι άλλοι τη δική τους. Άλλωστε, και ο πάντα καυστικός λόγος του Χρ. Γιανναρά στις στήλες της συγκεκριμένης εφημερίδας, τον ίδιο ρόλο δεν παίζει;
Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014
Μακαρισμός
Λέω συχνά ότι οι αρρώστιες δεν ξέρουν ούτε ωράριο ούτε ημερολόγιο. Το ίδιο και ο θάνατος. Μόλις έχω κλείσει το βιβλίο και τα μάτια και περιμένω τον πολυπόθητο ‘μεσημεριανό’ χτυπάει το τηλέφωνο. Η ηλικιωμένη κυρία μου αναγγέλλει, στον γνωστό γαλήνιο τόνο της, ότι ο σύζυγός της δεν ανασαίνει πλέον. Είναι από τις κλήσεις που δεν σηκώνουν ούτε αναβολή ούτε διαπραγμάτευση. Ο ύπνος αναβάλλεται, προτεραιότητα έχει ο αδελφός του. Εκτυπώνω από τον υπολογιστή το απαραίτητο έντυπο και ξεκινώ. Βρέχει, είναι ώρα αιχμής στο δρόμο, χρειάζεται υπομονή. Έχω την παλιά αγρυπνία της Υψώσεως στο κασετόφωνο. ‘Εσημειώθη εφ’ ημάς το φως του προσώπου σου, Κύριε’. Άγιοι Απόστολοι, Σεπτέμβρης του 1989. Οικείες φωνές, όλες 25 χρόνια νεώτερες, όλες μια-δυο νότες ψηλότερες. ‘Άμες ποκ’ ήμες...’.
Σχεδόν μισή ώρα κάνω για να φτάσω στο σπίτι. Ο κεντρικός δρόμος συνωστισμένος όπως φανταζόμουν, αλλά ανέλπιστα βρίσκω και σταθμεύω ακριβώς μπροστά στην πόρτα. Ο φύλακας άγγελος ρυθμίζει και τέτοια πρακτικά ζητήματα, ιδίως τις μέρες που βρέχει. Ανεβαίνω στον πέμπτο με μια αίσθηση ευγνωμοσύνης γι’ αυτές τις μικρές απροσδόκητες αόρατες ‘εκδουλεύσεις’.
Το γήινο σκήνωμα του κυρ-Βασίλη είναι απόλυτα ήρεμο. Η ψυχή έχει εγκαταλείψει το ‘οικητήριόν’ της. Συνομήλικος του πατέρα μου, ένα μήνα διαφορά είχαν. Όταν τον πρωτοσυνάντησα, πριν δεκαέξι μήνες, σε θάλαμο μεγάλου νοσοκομείου της πόλης, εκτίμησα ότι δεν θα πήγαινε ζωντανός στο σπίτι. Με διέψευσε, όπως και όλους τους άλλους γιατρούς. Η βαριά πνευμονία του υποχώρησε, ο ρινογαστρικός σωλήνας εξασφάλισε τη σίτισή του χωρίς προβλήματα, οι περιστασιακές λοιμώξεις αντιμετωπίσθηκαν με απλά μέσα, έμεινε στο σπίτι όλο αυτό το διάστημα, με τη στοργική περιποίηση των δικών του ανθρώπων. Αν στους ηλικιωμένους και τους χρόνια ασθενείς η ποιότητα ζωής εξαρτάται από την ποιότητα της φροντίδας, τότε ο κυρ-Βασίλης πήρε άριστα στον τομέα αυτό. Ανήμπορος, ακίνητος, αμίλητος, αλλά πάντα παρών ως άνθρωπος. Μέχρι την τελευταία αθόρυβη ανάσα.
Αυτά θυμόμαστε με τη σύζυγό του καθώς κάνω τις τυπικές διαδικασίες της πιστοποίησης (δημοτικό διαμέρισμα, δημοτική ενότητα, αριθμό ταυτότητας, ΑΜΚΑ, ΑΦΜ, δημοτολόγιο, τι άλλο θα μας ζητήσουν;). Μου λέει πώς του διάβαζε συχνά το Ευαγγέλιο, την Παράκληση, το συναξάρι. Φεύγω με την αίσθηση της γαλήνης που σου μεταδίδουν άνθρωποι που είναι οι ίδιοι γαληνεμένοι με τον εαυτό τους, με τους άλλους, με τον Θεό, και συμφιλιωμένοι με το γεγονός της αναχώρησης από τα εγκόσμια. Μπροστά στον θάνατο, πού διάθεση για καυγάδες, για παρεξηγήσεις, για δυσανασχέτηση με τις συνθήκες της κυκλοφορίας, για ένα σωρό άλλα πράγματα; ‘Τι μάτην ταραττόμεθα;’
Ανοίγω το ραδιόφωνο. Τη μαγευτική εισαγωγή με το πιάνο ακολουθεί η ζεστή φωνή της Αρλέτας: ‘Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, ήσουν παιδί σαν το Χριστό’.
‘Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ’ άρτι’.
Σχεδόν μισή ώρα κάνω για να φτάσω στο σπίτι. Ο κεντρικός δρόμος συνωστισμένος όπως φανταζόμουν, αλλά ανέλπιστα βρίσκω και σταθμεύω ακριβώς μπροστά στην πόρτα. Ο φύλακας άγγελος ρυθμίζει και τέτοια πρακτικά ζητήματα, ιδίως τις μέρες που βρέχει. Ανεβαίνω στον πέμπτο με μια αίσθηση ευγνωμοσύνης γι’ αυτές τις μικρές απροσδόκητες αόρατες ‘εκδουλεύσεις’.
Το γήινο σκήνωμα του κυρ-Βασίλη είναι απόλυτα ήρεμο. Η ψυχή έχει εγκαταλείψει το ‘οικητήριόν’ της. Συνομήλικος του πατέρα μου, ένα μήνα διαφορά είχαν. Όταν τον πρωτοσυνάντησα, πριν δεκαέξι μήνες, σε θάλαμο μεγάλου νοσοκομείου της πόλης, εκτίμησα ότι δεν θα πήγαινε ζωντανός στο σπίτι. Με διέψευσε, όπως και όλους τους άλλους γιατρούς. Η βαριά πνευμονία του υποχώρησε, ο ρινογαστρικός σωλήνας εξασφάλισε τη σίτισή του χωρίς προβλήματα, οι περιστασιακές λοιμώξεις αντιμετωπίσθηκαν με απλά μέσα, έμεινε στο σπίτι όλο αυτό το διάστημα, με τη στοργική περιποίηση των δικών του ανθρώπων. Αν στους ηλικιωμένους και τους χρόνια ασθενείς η ποιότητα ζωής εξαρτάται από την ποιότητα της φροντίδας, τότε ο κυρ-Βασίλης πήρε άριστα στον τομέα αυτό. Ανήμπορος, ακίνητος, αμίλητος, αλλά πάντα παρών ως άνθρωπος. Μέχρι την τελευταία αθόρυβη ανάσα.
Αυτά θυμόμαστε με τη σύζυγό του καθώς κάνω τις τυπικές διαδικασίες της πιστοποίησης (δημοτικό διαμέρισμα, δημοτική ενότητα, αριθμό ταυτότητας, ΑΜΚΑ, ΑΦΜ, δημοτολόγιο, τι άλλο θα μας ζητήσουν;). Μου λέει πώς του διάβαζε συχνά το Ευαγγέλιο, την Παράκληση, το συναξάρι. Φεύγω με την αίσθηση της γαλήνης που σου μεταδίδουν άνθρωποι που είναι οι ίδιοι γαληνεμένοι με τον εαυτό τους, με τους άλλους, με τον Θεό, και συμφιλιωμένοι με το γεγονός της αναχώρησης από τα εγκόσμια. Μπροστά στον θάνατο, πού διάθεση για καυγάδες, για παρεξηγήσεις, για δυσανασχέτηση με τις συνθήκες της κυκλοφορίας, για ένα σωρό άλλα πράγματα; ‘Τι μάτην ταραττόμεθα;’
Ανοίγω το ραδιόφωνο. Τη μαγευτική εισαγωγή με το πιάνο ακολουθεί η ζεστή φωνή της Αρλέτας: ‘Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, ήσουν παιδί σαν το Χριστό’.
‘Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ’ άρτι’.
Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014
Απορία
Διάβασα προ ημερών σε αγγλική εφημερίδα ότι ένας άνδρας πήδησε τα προστατευτικά κάγκελα και μπήκε στον χώρο όπου ζει μια σπάνια λευκή τίγρη σε ζωολογικό κήπο στην Ινδία. Η τίγρη δεν άφησε το γεγονός ανεκμετάλλευτο, και ο άνδρας καταγράφηκε ως ‘γεύμα’ στο δελτίο της ημέρας. Εκπρόσωπος του ζωολογικού κήπου δήλωσε ότι η τίγρη συμπεριφέρθηκε απλώς ως τίγρη.
Κι έπειτα είδα στις τοπικές εφημερίδες ότι γυναίκα 42 ετών διαμελίσθηκε ενώ διέσχιζε πεζή αξημέρωτα τον περιφερειακό αυτοκινητόδρομο της πόλης μας. Τραγωδία.
Και στη μία και στην άλλη περίπτωση ο άνθρωπος αψήφησε τους ‘νόμους’ με τους οποίους λειτουργεί η άλλη πλευρά: το άγριο ζώο στη μία, ο δρόμος ταχείας κυκλοφορίας στην άλλη. Δικαιολογίες και εξηγήσεις μπορεί να ακουστούν πολλές, υποθέσεις διάφορες μπορεί να γίνουν, καταγγελίες και διαμαρτυρίες μπορεί να διατυπωθούν προς ποικίλες κατευθύνσεις, αλλά είναι δυνατόν όλα αυτά να αντισταθμίσουν την έλλειψη κοινής λογικής;
Κι έπειτα είδα στις τοπικές εφημερίδες ότι γυναίκα 42 ετών διαμελίσθηκε ενώ διέσχιζε πεζή αξημέρωτα τον περιφερειακό αυτοκινητόδρομο της πόλης μας. Τραγωδία.
Και στη μία και στην άλλη περίπτωση ο άνθρωπος αψήφησε τους ‘νόμους’ με τους οποίους λειτουργεί η άλλη πλευρά: το άγριο ζώο στη μία, ο δρόμος ταχείας κυκλοφορίας στην άλλη. Δικαιολογίες και εξηγήσεις μπορεί να ακουστούν πολλές, υποθέσεις διάφορες μπορεί να γίνουν, καταγγελίες και διαμαρτυρίες μπορεί να διατυπωθούν προς ποικίλες κατευθύνσεις, αλλά είναι δυνατόν όλα αυτά να αντισταθμίσουν την έλλειψη κοινής λογικής;
Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014
Τρεις καθηγητές
Ο πρώτος ασθενής είναι καθηγητής της Ιατρικής σε άλλο πανεπιστήμιο. Ένα σημαντικό πρόβλημα υγείας τον έχει περάσει στην απέναντι όχθη, στο ‘καθαρτήριο’ της αναμονής των αποτελεσμάτων, στη ζώνη της ανασφάλειας: είναι η νόσος ιάσιμη ή όχι; Δύσκολη αυτή η αναμονή, ιδίως όταν είσαι ‘της δουλειάς’ και οι ειδικές σου γνώσεις σου επιτρέπουν να υποπτεύεσαι κάτι περισσότερο. Αφήνουμε στο περιθώριο την επιστήμη, συζητούμε για λίγο ανθρώπινα, με ασπάζεται συγκινημένος πριν φύγει. Γνωριζόμαστε λιγότερο από 24 ώρες. Τελικά στον καθένα πρέπει να αναζητούμε την αθέατη, την πιο συναρπαστική πλευρά του.
Ο δεύτερος είναι πλέον ομότιμος, σε άλλο γνωστικό αντικείμενο. Για πρώτη φορά ήρθε πρόσφατα σε επαφή με την ιατρική, και το πρόβλημά του, αν και σοβαρό, φαίνεται να πήρε άμεση και επιτυχή χειρουργική λύση. Γνωριστήκαμε κατά την προεγχειρητική του εκτίμηση, το μόνο που έχω να του δώσω είναι οδηγίες και ραντεβού για επανέλεγχο. Το αίσιο αποτέλεσμα ικανοποιεί αμφότερα τα μέρη: είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που η δοκιμασία της αρρώστιας μας αφήνει πλουσιότερους κατά έναν φίλο. Μεγάλη υπόθεση.
Το τηλεφώνημα έρχεται στα μισά μιας εξέτασης. Ο συνομιλητής συστήνεται με το όνομά του. «Καλή σας μέρα, κύριε καθηγητά!» του απαντώ. Η δική του απάντηση, με φωνή σεμνή όπως την θυμόμουν από τότε: «Σας ευχαριστώ που με αποκαλείτε ακόμη καθηγητή». Μπορεί να πέρασαν τριάντα έξι χρόνια από τότε που παρακολουθούσα το μάθημα του, αλλά η σχέση διδάσκοντος και διασκομένου δεν αλλάζει, ιδίως με ανθρώπους που μόνο θετικές εντυπώσεις μας άφησαν. Δεν έχει κάποιο πρόβλημα, απλώς μου τηλεφώνησε διότι πρόσφατα διάβασε ένα κείμενό μου που, όπως λέει, θα ήθελε να μπορούσε να το μοιράσει σε όλους τους φοιτητές του. Πέρα από την παροδική αυταρέσκεια για τα καλά του λόγια, μου φέρνει στο νου τη συμβουλή ενός παλιού άγγλου γιατρού: «Να μη παραλείπετε να συγχαίρετε γραπτά τους συναδέλφους σας όταν δημοσιεύεται μια εργασία τους». Αυτά γράφονται στη δεκαετία του 1950-60, όταν η αλληλογραφία είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Άλλα συναδελφικά ήθη τότε.
Τρεις καθηγητές, κατά την κυνική ρήση του Bismarck, μπορούσαν να καταστρέψουν την πατρίδα. Οι συγκεκριμένοι τρεις καθηγητές, που τους συνάντησα μέσα σ' ένα πρωινό, σίγουρα μου άφησαν μια τελείως διαφορετική αίσθηση.
Ο δεύτερος είναι πλέον ομότιμος, σε άλλο γνωστικό αντικείμενο. Για πρώτη φορά ήρθε πρόσφατα σε επαφή με την ιατρική, και το πρόβλημά του, αν και σοβαρό, φαίνεται να πήρε άμεση και επιτυχή χειρουργική λύση. Γνωριστήκαμε κατά την προεγχειρητική του εκτίμηση, το μόνο που έχω να του δώσω είναι οδηγίες και ραντεβού για επανέλεγχο. Το αίσιο αποτέλεσμα ικανοποιεί αμφότερα τα μέρη: είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που η δοκιμασία της αρρώστιας μας αφήνει πλουσιότερους κατά έναν φίλο. Μεγάλη υπόθεση.
Το τηλεφώνημα έρχεται στα μισά μιας εξέτασης. Ο συνομιλητής συστήνεται με το όνομά του. «Καλή σας μέρα, κύριε καθηγητά!» του απαντώ. Η δική του απάντηση, με φωνή σεμνή όπως την θυμόμουν από τότε: «Σας ευχαριστώ που με αποκαλείτε ακόμη καθηγητή». Μπορεί να πέρασαν τριάντα έξι χρόνια από τότε που παρακολουθούσα το μάθημα του, αλλά η σχέση διδάσκοντος και διασκομένου δεν αλλάζει, ιδίως με ανθρώπους που μόνο θετικές εντυπώσεις μας άφησαν. Δεν έχει κάποιο πρόβλημα, απλώς μου τηλεφώνησε διότι πρόσφατα διάβασε ένα κείμενό μου που, όπως λέει, θα ήθελε να μπορούσε να το μοιράσει σε όλους τους φοιτητές του. Πέρα από την παροδική αυταρέσκεια για τα καλά του λόγια, μου φέρνει στο νου τη συμβουλή ενός παλιού άγγλου γιατρού: «Να μη παραλείπετε να συγχαίρετε γραπτά τους συναδέλφους σας όταν δημοσιεύεται μια εργασία τους». Αυτά γράφονται στη δεκαετία του 1950-60, όταν η αλληλογραφία είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Άλλα συναδελφικά ήθη τότε.
Τρεις καθηγητές, κατά την κυνική ρήση του Bismarck, μπορούσαν να καταστρέψουν την πατρίδα. Οι συγκεκριμένοι τρεις καθηγητές, που τους συνάντησα μέσα σ' ένα πρωινό, σίγουρα μου άφησαν μια τελείως διαφορετική αίσθηση.
Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014
Μετεγγραφές
Μυστήριο πράγμα οι εισαγωγές στα ανώτατα ιδρύματα. Κάθε χρόνο κόσμος και κοσμάκης σκοτώνεται στο διάβασμα (εις βάρος της γενικής του παιδείας και της ποιότητας ζωής του) για να πιάσει τις απαραίτητες μονάδες. Ολόκληρη η χώρα αγωνιά για το θέμα της έκθεσης, τα δύσκολα ή βατά προβλήματα φυσικής, την ιστορία κατεύθυνσης και όλα τα συναφή. Μόλις ανακοινωθούν τα αποτελέσματα αρχίζει η ‘ρουλέτα’ του μηχανογραφικού. Τυχερό το παίγνιο, δεν μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει αλλιώς. Πού θα πάνε οι βάσεις, πάνω ή κάτω; Να δηλώσουμε πρώτη επιλογή αυτό που στ’ αλήθεια θέλουμε ή να παίξουμε κάποιο ‘σύστημα’, όπως στο ΠροΠο; Και από τη στιγμή που θα βγουν τα τελικά αποτελέσματα, αναζητούμε τρόπους για να έρθουμε κοντά στο σπίτι μας, να μην επιβαρύνουμε τον ήδη ζορισμένο προϋπολογισμό. Άλλος πονοκέφαλος κι αυτός!
Η συζήτηση για τις μετεγγραφές αναδεικνύει το μεγάλο πρόβλημα της ανώτατης εκπαίδευσης. Ο αριθμός των ασκουμένων φοιτητών είναι ήδη σε πολλές σχολές δυσανάλογος με τις δυνατότητες της υπάρχουσας υποδομής, και βέβαια δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της χώρας σε ειδικούς επιστήμονες (σχεδόν όλων των κλάδων). Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα απλώς βελτιώνει το μορφωτικό επίπεδο των ανέργων. Το να προτείνει κανείς αυστηρό περιορισμό των εισαγομένων στα δημόσια ιδρύματα, με κριτήρια τις δυνατότητες των σχολών για επαρκή κατάρτιση και τις επαγγελματικές προοπτικές των αποφοίτων, θα αποτελούσε πράξη πολιτικής αυτοκτονίας, και γι’ αυτό ούτε το σκεφτόμαστε. Ένα ιδιωτικό ίδρυμα θα είχε την άνεση και την αυτοτέλεια να βάλει ‘ψιλό κόσκινο’ στην πόρτα και να λέει π.χ. «Μόνο τριάντα άτομα!», και τέλος. Θα προσέκρουε όμως στο περιβόητο άρθρο 16 του Συντάγματος και στον συνδικαλισμό που αντιδρά σε οτιδήποτε ανεβάζει τον πήχυ των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων. Το να κατακλύσει το κράτος τα κεντρικά πανεπιστήμια με κόσμο εκ μετεγγραφής σημαίνει περαιτέρω υποβάθμιση των σπουδών και αναιρεί όλο το σύστημα εισαγωγής, έστω και με τις λοιπές ατέλειές του. Ήδη ακούγονται φωνές για κατάργηση του νόμου για τις μετεγγραφές (ακόμη δεν τον είδαμε..., κάτι σαν τον ΕΝΦΙΑ κι αυτός).
Τελικά, αν το κράτος θέλει να σπουδάζει κόσμος σε όλα τα πανεπιστήμια, θα πρέπει να τους εξασφαλίζει στοιχειωδώς στέγη και διατροφή, έστω και με τη μορφή σπουδαστικών δανείων για να καλυφθούν οι έκτακτες ανάγκες της διαβίωσης μακριά από το σπίτι σε εποχές δύσκολες. Κι ακόμη, να καλλιεργήσει επιτέλους την ιδέα ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι ούτε υποχρεωτική ούτε μονόδρομος για να προκόψει κανείς στη ζωή: αντίθετα, συχνά οδηγεί σε αδιέξοδο. Όσο νωρίτερα στρέψει κανείς τις δυνάμεις και τις ικανότητές του σε κάτι πιο αποδοτικό, τόσο καλύτερα.
Η συζήτηση για τις μετεγγραφές αναδεικνύει το μεγάλο πρόβλημα της ανώτατης εκπαίδευσης. Ο αριθμός των ασκουμένων φοιτητών είναι ήδη σε πολλές σχολές δυσανάλογος με τις δυνατότητες της υπάρχουσας υποδομής, και βέβαια δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της χώρας σε ειδικούς επιστήμονες (σχεδόν όλων των κλάδων). Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα απλώς βελτιώνει το μορφωτικό επίπεδο των ανέργων. Το να προτείνει κανείς αυστηρό περιορισμό των εισαγομένων στα δημόσια ιδρύματα, με κριτήρια τις δυνατότητες των σχολών για επαρκή κατάρτιση και τις επαγγελματικές προοπτικές των αποφοίτων, θα αποτελούσε πράξη πολιτικής αυτοκτονίας, και γι’ αυτό ούτε το σκεφτόμαστε. Ένα ιδιωτικό ίδρυμα θα είχε την άνεση και την αυτοτέλεια να βάλει ‘ψιλό κόσκινο’ στην πόρτα και να λέει π.χ. «Μόνο τριάντα άτομα!», και τέλος. Θα προσέκρουε όμως στο περιβόητο άρθρο 16 του Συντάγματος και στον συνδικαλισμό που αντιδρά σε οτιδήποτε ανεβάζει τον πήχυ των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων. Το να κατακλύσει το κράτος τα κεντρικά πανεπιστήμια με κόσμο εκ μετεγγραφής σημαίνει περαιτέρω υποβάθμιση των σπουδών και αναιρεί όλο το σύστημα εισαγωγής, έστω και με τις λοιπές ατέλειές του. Ήδη ακούγονται φωνές για κατάργηση του νόμου για τις μετεγγραφές (ακόμη δεν τον είδαμε..., κάτι σαν τον ΕΝΦΙΑ κι αυτός).
Τελικά, αν το κράτος θέλει να σπουδάζει κόσμος σε όλα τα πανεπιστήμια, θα πρέπει να τους εξασφαλίζει στοιχειωδώς στέγη και διατροφή, έστω και με τη μορφή σπουδαστικών δανείων για να καλυφθούν οι έκτακτες ανάγκες της διαβίωσης μακριά από το σπίτι σε εποχές δύσκολες. Κι ακόμη, να καλλιεργήσει επιτέλους την ιδέα ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι ούτε υποχρεωτική ούτε μονόδρομος για να προκόψει κανείς στη ζωή: αντίθετα, συχνά οδηγεί σε αδιέξοδο. Όσο νωρίτερα στρέψει κανείς τις δυνάμεις και τις ικανότητές του σε κάτι πιο αποδοτικό, τόσο καλύτερα.
Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014
Λέτε να...;
[Σκίτσο του Α. Πετρουλάκη, Καθημερινή 20/9/2014]
Όπως έλεγε κάποτε ένας μακαρίτης Κύπριος φίλος, "Αμήν, Παναΐα μου!". Βέβαια τότε η Ελλάδα θα είχε δυο αρχιεπισκόπους, αλλά πιστεύω ότι ο Αναστάσιος δεν θα δυσκολευόταν ιδιαίτερα...
Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014
Στενά παπούτσια
Η ιδέα είναι και των δυο μας--τα μεγάλα πνεύματα που λέμε συνήθως με αυτάρεσκη μετριοφροσύνη: ένας απογευματινός περίπατος. Έχω ένα μόνο ραντεβού στο γραφείο, σχετικά αργά, έχω περάσει αρκετή ώρα (γιατί δεν είμαι ειλικρινής; πληθυντικός χρειάζεται) στον υπολογιστή, ευκαιρία για λίγο περπάτημα ώστε να είμαι εκεί στην ώρα μου με άνεση. Ο καιρός ιδανικός, ούτε ζέστη ούτε κρύο. Δεν χρειάζομαι τσάντα--μεγάλη υπόθεση το μειωμένο βάρος. Όπως θα έλεγαν οι Γερμανοί, ‘gesagt, getan’. Άνετα ρούχα, ένα ζευγάρι μαλακά παπούτσια που έχω καιρό να φορέσω, αλλαγή από τα πέδιλα που μέχρι τώρα μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον μου. Λίγο στενά τα βρίσκω, αλλά δεν είναι καινούργια, θα ‘ανοίξουν’ με το βάδισμα. Έτοιμοι, πάμε.
Παίρνουμε δρόμους διαγώνιους, ασυνήθιστους, για να μειώσουμε την απόσταση, να αποφύγουμε τον πολύ θόρυβο και να κάνουμε πιο πρωτότυπη τη διαδρομή. Πολλοί γνωστοί σαν ονόματα, άλλοι, παράπλευροι, πρωτοεμφανίζονται. Προσπερνούμε τα έργα του μετρό και το μαύρο πανώ που κρέμεται στην πρόσοψη μιας οικοδομής: ‘Κύριε Πρωθυπουργέ, έλα να δεις πώς μας κατέστρεψε η Αττικό Μετρό’. Κι αυτοί δίκιο έχουν. Ποιος ξέρει πόσο θα πάει ακόμη αυτή η υπόθεση; Θα ζούμε άραγε για να το χρησιμοποιήσουμε κάποτε; Λίγο παραπέρα οι δρόμοι μας χωρίζουν, αποχαιρετώ το έτερον ήμισυ και συνεχίζω με ταχύτερο βήμα. Δέκα λεπτά ακόμη, μισή ώρα το σύνολο, pas mal. Κι εκεί που έλεγα ότι δεν με ενόχλησαν οι συνήθεις ύποπτοι (η μέση μου, το δεξί ισχίο), νιώθω τα μικρά δάχτυλα των ποδιών να διαμαρτύρονται ενοχλητικά. Ευτυχώς έχω φτάσει.
Με το που κάθομαι στην πολυθρόνα τα πράγματα ηρεμούν, αλλά έχω ακόμη τη δυσάρεστη επίγνωση ότι τα στενά παπούτσια δεν ήταν η καλύτερη επιλογή. Η ανάπαυση, ο περισπασμός με την εργασία και με ένα παζλ που λύνω στον υπολογιστή με κάνουν και ξεχνώ την υπόθεση, μέχρι που έρχεται η ώρα να φύγω. Τι γίνεται τώρα; Πώς πάνε μέχρι τη στάση του λεωφορείου; Να πάρω ταξί; Δεν μου έρχεται καλά. Θυμούμαι τα διδάγματα του Πωλ Μπραντ: πόση σημασία έδινε στα σωστά παπούτσια για να μη πληγώνονται τα αναίσθητα δάχτυλα των λεπρών ασθενών του, αλλά και πόσο εκθείαζε την συνήθως ανεπιθύμητη αίσθηση του πόνου που μας προειδοποιεί και μας προφυλάσσει από τις καθημερινές τριβές. Αποφασίζω τελικά να βαδίσω. Μικρή η απόσταση, αλλά όπως γράφει μια σύγχρονη φιλόσοφος, η Havi Carel, αυτό ισχύει όταν όλα πάνε καλά και το σώμα δουλεύει με αόρατο τρόπο. Μόλις κάτι δυσλειτουργεί, εμφανίζεται στο προσκήνιο σαν μια βασανιστική πραγματικότητα που απαιτεί την προσοχή μας και μας αναγκάζει να αλλάξουμε τακτική. Τα διακόσια μέτρα γίνονται μερικά χιλιόμετρα όταν κάθε βήμα κάνει τα μικρά δάχτυλα να καίνε. Δεν φτάνω να κουτσαίνω (άλλωστε και τα δυο πόδια πάσχουν σχεδόν εξίσου), αλλά περπατώ όσο γίνεται πιο προσεκτικά (πάνω σε αυγά, όπως θα λέγαμε). Ευτυχώς το λεωφορείο δεν αργεί, κι ευτυχώς βρίσκω άδεια θέση και κάθομαι με ευγνωμοσύνη. Μικρό διάλειμμα, μεγάλη ανακούφιση.
Η δοκιμασία επαναλαμβάνεται από τη στάση στο σπίτι--ίδια απόσταση περίπου. Υπό άλλες συνθήκες θα ολοκλήρωνα την άσκηση ανεβαίνοντας τις σκάλες. Σήμερα και μόνη η σκέψη είναι εφιάλτης. Επιτέλους, στην άνεση του σπιτιού βγάζω βιαστικά τα ένοχα παπούτσια. Τα δυο δάχτυλα σε κάθε πλευρά έχουν μια οργισμένη κόκκινη όψη, στο ένα έχει ήδη σχηματισθεί και μια φουσκάλα. Κρύο νερό, λίγη αλοιφή, ξυπόλητος το υπόλοιπο βράδυ. Μάθημα για το μέλλον. Κι όπως θα κατέληγε και πάλι ο Μπραντ, δόξα τω Θεώ για τον πόνο!
Παίρνουμε δρόμους διαγώνιους, ασυνήθιστους, για να μειώσουμε την απόσταση, να αποφύγουμε τον πολύ θόρυβο και να κάνουμε πιο πρωτότυπη τη διαδρομή. Πολλοί γνωστοί σαν ονόματα, άλλοι, παράπλευροι, πρωτοεμφανίζονται. Προσπερνούμε τα έργα του μετρό και το μαύρο πανώ που κρέμεται στην πρόσοψη μιας οικοδομής: ‘Κύριε Πρωθυπουργέ, έλα να δεις πώς μας κατέστρεψε η Αττικό Μετρό’. Κι αυτοί δίκιο έχουν. Ποιος ξέρει πόσο θα πάει ακόμη αυτή η υπόθεση; Θα ζούμε άραγε για να το χρησιμοποιήσουμε κάποτε; Λίγο παραπέρα οι δρόμοι μας χωρίζουν, αποχαιρετώ το έτερον ήμισυ και συνεχίζω με ταχύτερο βήμα. Δέκα λεπτά ακόμη, μισή ώρα το σύνολο, pas mal. Κι εκεί που έλεγα ότι δεν με ενόχλησαν οι συνήθεις ύποπτοι (η μέση μου, το δεξί ισχίο), νιώθω τα μικρά δάχτυλα των ποδιών να διαμαρτύρονται ενοχλητικά. Ευτυχώς έχω φτάσει.
Με το που κάθομαι στην πολυθρόνα τα πράγματα ηρεμούν, αλλά έχω ακόμη τη δυσάρεστη επίγνωση ότι τα στενά παπούτσια δεν ήταν η καλύτερη επιλογή. Η ανάπαυση, ο περισπασμός με την εργασία και με ένα παζλ που λύνω στον υπολογιστή με κάνουν και ξεχνώ την υπόθεση, μέχρι που έρχεται η ώρα να φύγω. Τι γίνεται τώρα; Πώς πάνε μέχρι τη στάση του λεωφορείου; Να πάρω ταξί; Δεν μου έρχεται καλά. Θυμούμαι τα διδάγματα του Πωλ Μπραντ: πόση σημασία έδινε στα σωστά παπούτσια για να μη πληγώνονται τα αναίσθητα δάχτυλα των λεπρών ασθενών του, αλλά και πόσο εκθείαζε την συνήθως ανεπιθύμητη αίσθηση του πόνου που μας προειδοποιεί και μας προφυλάσσει από τις καθημερινές τριβές. Αποφασίζω τελικά να βαδίσω. Μικρή η απόσταση, αλλά όπως γράφει μια σύγχρονη φιλόσοφος, η Havi Carel, αυτό ισχύει όταν όλα πάνε καλά και το σώμα δουλεύει με αόρατο τρόπο. Μόλις κάτι δυσλειτουργεί, εμφανίζεται στο προσκήνιο σαν μια βασανιστική πραγματικότητα που απαιτεί την προσοχή μας και μας αναγκάζει να αλλάξουμε τακτική. Τα διακόσια μέτρα γίνονται μερικά χιλιόμετρα όταν κάθε βήμα κάνει τα μικρά δάχτυλα να καίνε. Δεν φτάνω να κουτσαίνω (άλλωστε και τα δυο πόδια πάσχουν σχεδόν εξίσου), αλλά περπατώ όσο γίνεται πιο προσεκτικά (πάνω σε αυγά, όπως θα λέγαμε). Ευτυχώς το λεωφορείο δεν αργεί, κι ευτυχώς βρίσκω άδεια θέση και κάθομαι με ευγνωμοσύνη. Μικρό διάλειμμα, μεγάλη ανακούφιση.
Η δοκιμασία επαναλαμβάνεται από τη στάση στο σπίτι--ίδια απόσταση περίπου. Υπό άλλες συνθήκες θα ολοκλήρωνα την άσκηση ανεβαίνοντας τις σκάλες. Σήμερα και μόνη η σκέψη είναι εφιάλτης. Επιτέλους, στην άνεση του σπιτιού βγάζω βιαστικά τα ένοχα παπούτσια. Τα δυο δάχτυλα σε κάθε πλευρά έχουν μια οργισμένη κόκκινη όψη, στο ένα έχει ήδη σχηματισθεί και μια φουσκάλα. Κρύο νερό, λίγη αλοιφή, ξυπόλητος το υπόλοιπο βράδυ. Μάθημα για το μέλλον. Κι όπως θα κατέληγε και πάλι ο Μπραντ, δόξα τω Θεώ για τον πόνο!
Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014
Νέο Τριώδιο
Πήρα σήμερα στα χέρια μου την νέα έκδοση του κατανυκτικού ‘Τριωδίου’ από την Αποστολική Διακονία, διορθωμένου και αναθωρημένου ‘εκ βάθρων’ υπό του Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Παπαγιάννη. Έξι χρόνια έχουν περάσει από την υποβολή του έργου για έγκριση, και Κύριος οίδε πόσα χρειάσθηκαν προηγουμένως για την επιμελημένη ετοιμασία του. Η αναμονή και το τελικό αποτέλεσμα άξιζαν τον κόπο, έστω και αν ο πατήρ ήδη ‘απελύθη εκ της επικήρου ζωής προς την αγήρω λήξιν’.
Παραθέτω από τα Προλεγόμενα της έκδοσης: ‘Αι ακολουθίαι [των ημερών του Τριωδίου] έχουν εξόχως κατανυκτικόν χρώμα, αποσκοπούν εις την διέγερσιν των ψυχών από του ύπνου της ραθυμίας και αμελείας και την καλλιέργειαν της μετανοίας, της ταπεινώσεως και της αρετής εν γένει...’. Υπό το πρίσμα αυτό το Τριώδιο σε κάθε εποχή μπορεί να μας μιλάει και να μας διδάσκει.
Όσοι στο εξής θα χρησιμοποιούν στους ναούς και την κατ’ ιδίαν μελέτη και προσευχή τους το νέο Τριώδιο, ας εύχονται και για τον συντάκτη της εκδόσεως, ώστε να απολαμβάνει πλέον τον ‘τρισάγιον ύμνον εκ των αγγέλων’, όπως μας θυμίζει το εισαγωγικό τρίστιχο της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου:
‘Ο δημιουργός των άνω και των κάτω,
τρισάγιον μεν ύμνον εκ των αγγέλων,
τριώδιον δε και παρ’ ανθρώπων δέχου’.
Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014
Απαγορευτικό
Το επίθετο ‘απαγορευτικός’ έχει γίνει της μόδας τα τελευταία
χρόνια και ξεφυτρώνει σε προφορικό και γραπτό δημόσιο λόγο, συνήθως ακαίρως και
λανθασμένα. ‘Απαγορευτικός’ σημαίνει αυτός που απαγορεύει, όπως π.χ. ‘εκδόθηκε
απαγορευτικό σήμα από το Λιμεναρχείο για τα πλοία’. Δεν σημαίνει
‘απαγορευμένος’, αυτός δηλ. που απαγορεύεται π.χ. από τον νόμο. Παρόλα αυτά
συνηθέστερα το συναντούμε με την δεύτερη, εσφαλμένη σημασία.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές
έδωσε η πρόσφατη ανάγνωση (σχετικά με την παραίτηση του υφυπουργού Κ.
Κουκοδήμου) στην Καθημερινή (1/9/2014) ότι ‘[τα οικονομικά προβλήματα των
επιχειρήσεών του] καθιστούσαν ουσιαστικά απαγορευτική την παραμονή
του στο κυβερνητικό σχήμα’. Στη φράση αυτή (δεν γνωρίζω αν ήταν του
βουλευτή ή της εφημερίδας) το ‘απαγορευτική’ χρησιμοποιείται με την τελείως
λανθασμένη έννοια του ‘αδύνατη’. Επιτέλους, αν πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε
μια λέξη, ας ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε να πούμε. Αλλιώς, ας βάλουμε ένα
‘απαγορευτικό’ στον λόγο μας.
[Δημοσιεύθηκε σήμερα στην Καθημερινή]
Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014
Ανία
Πρόσφατα διάβασα τους ‘Άθλους του Ηρακλή’: όχι του μυθικού ήρωα, αλλά του Πουαρό, του Βέλγου ντετέκτιβ της μακαρίτισσας Άγκαθα Κρίστι. Δώδεκα ευφάνταστες ιστορίες, γραμμένες σε σωστά αγγλικά στα μέσα του περασμένου αιώνα, γενικά μου άρεσαν. Σε μια από αυτές ο πρωταγωνιστής με το προσεκτικά στριμμένο μουστάκι αναλαμβάνει να βοηθήσει έναν φανταστικό υπουργό που είναι θύμα εκβιασμού. Αντιγράφω μια περιγραφή της (μετάφραση δική μου):
‘Ο υπουργός συνέχισε με έμφαση. Οι φράσεις έπεφταν εύκολα από τα χείλη του - η άκρως λεπτή θέση της Κυβέρνησης - το δημόσιο συμφέρον - η ενότητα του κόμματος - η ανάγκη να παρουσιάσουμε ενιαίο μέτωπο - η δύναμη του Τύπου - η ευημερία της χώρας.
Όλα ακούγονταν καλά, και δεν σήμαιναν τίποτε. Ο Πουαρό ένιωσε εκείνο τον γνωστό πόνο στο σαγόνι, όπως όταν κάποιος θελει να χασμουρηθεί και η ευγένεια το απαγορεύει. Ένιωθε το ίδιο κάποιες φορές όταν διάβαζε τους διαλόγους του Κοινοβουλίου. Τότε όμως δεν υπήρχε ανάγκη να συγκρατήσει το χασμουρητό του’.
Χώρα: Αγγλία. Έτος γραφής: 1947. Πέρα από τις δυο αυτές λεπτομέρειες, άλλαξε τίποτε;
‘Ο υπουργός συνέχισε με έμφαση. Οι φράσεις έπεφταν εύκολα από τα χείλη του - η άκρως λεπτή θέση της Κυβέρνησης - το δημόσιο συμφέρον - η ενότητα του κόμματος - η ανάγκη να παρουσιάσουμε ενιαίο μέτωπο - η δύναμη του Τύπου - η ευημερία της χώρας.
Όλα ακούγονταν καλά, και δεν σήμαιναν τίποτε. Ο Πουαρό ένιωσε εκείνο τον γνωστό πόνο στο σαγόνι, όπως όταν κάποιος θελει να χασμουρηθεί και η ευγένεια το απαγορεύει. Ένιωθε το ίδιο κάποιες φορές όταν διάβαζε τους διαλόγους του Κοινοβουλίου. Τότε όμως δεν υπήρχε ανάγκη να συγκρατήσει το χασμουρητό του’.
Χώρα: Αγγλία. Έτος γραφής: 1947. Πέρα από τις δυο αυτές λεπτομέρειες, άλλαξε τίποτε;
Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014
Είκοσι χρόνια
Χθες είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μια εκδήλωση έξω από τα συνηθισμένα. Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της πόλης μας γιόρτασε τα είκοσι χρόνια λειτουργίας του. Με την ευκαιρία αυτή οι συντελεστές της δημιουργίας του οργάνωσαν μια τελετή αναδρομής στην ιστορία του. Ξεκίνησε στα χαρτιά το 1913 με απόφαση του τότε διοικητή της Μακεδονίας Στεφάνου Δραγούμη, αλλά μέχρι την πραγμάτωσή του συνάντησε όλα τα γραφειοκρατικά, διοικητικά, νομικά και φυσικά εμπόδια που μπορεί κανείς να φαντασθεί στο ελληνικό κράτος. Αρκεί να σημειώσουμε ότι τα εκθέματα που είχαν συγκεντρωθεί εδώ μεταφέρθηκαν τον επόμενο κιόλας χρόνο στην Αθήνα, στο Χριστιανικό και Βυζαντινό Μουσείο που ιδρύθηκε εκεί, και χρειάσθηκαν πολλές δεκαετίες για να βρουν πάλι το δρόμο για τη Θεσσαλονίκη (αυτό ας το έχουν υπόψη όσοι αγωνίζονται για την παλιννόστηση των Ελγινείων--τρικλοποδιές βάζουμε και μόνοι μας, δεν μας φταίνε πάντα οι ξένοι). Οι ομιλίες, η μια καλύτερη από την άλλη, ανέδειξαν την ιστορία και τίμησαν τους συντελεστές της, που βρέθηκαν εκεί για μια αναμνηστική φωτογραφία. Η βραδιά έκλεισε με την πρώτη προβολή ενός πολύ ωραίου ντοκυμαντέρ που αναφέρεται ακριβώς στην αποκατάσταση των αρχαιοτήτων στον χώρο τους, και με δεξίωση που πρόσφερε ο δραστήριος Όμιλος Φίλων του Μουσείου. Τους ευχαριστούμε, και τους ευχόμαστε να τα εκατοστήσουν.
Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014
Αντικαταστάσεις
Κοντά στις γνωστές (είναι άραγε ακόμη;) γραμματικές ασκήσεις με το όνομα αυτό (χρονικές, εγκλιτικές) τα τελευταία χρόνια έχουμε μάθει και τις κοινοβουλευτικές. Αυτές λειτουργούν μόνο καλοκαίρι, διότι προαπαιτούν να δουλεύει η Βουλή σε τμήματα. Για όσους δεν ξέρουν, εάν πρόκειται να ψηφισθεί ένα νομοσχέδιο και κάποιοι από τους βουλευτές του τμήματος έχουν εκφράσει αντιρρήσεις, τους φωνάζει ο κομματικός ‘τσομπάνης’ και τους λέει κατ’ ιδίαν: «Μήτσο/Κατίνα, έχεις να πας πουθενά για το τριήμερο που μας έρχεται; Γιατί δεν κάνεις ένα διάλειμμα; Ο καιρός προβλέπεται καλός». «Μα, αφεντικό, μετέχω στο τμήμα της Βουλής και μεθαύριο έχουμε ψηφοφορία», λέει ο ευσχήμων βουλευτής. «Μην ανησυχείς», απαντά ο υπεύθυνος, «έχω κανονίσει να σε αντικαταστήσει ο Γιάννης/η Μαρία (από άλλο τμήμα). Πήγαινε να χαρείς λίγο με την οικογένεια». Η προσφορά επαναλαμβάνεται προς όσους χρειάζεται κατά περίπτωση. Ευτυχείς οι συγκεκριμένοι βουλευτές παίρνουν ρεπό το τριήμερο, και το νομοσχέδιο ψηφίζεται χωρίς παρατράγουδα. Αλλάξτε, ψηφίστε, τελειώσατε. Τι πιο απλό;
Για να προβληματισθούμε λίγο πιο σοβαρά, ας φαντασθούμε ότι πρόκειται να περάσουμε από ένα δικαστήριο. Είμαστε αθώοι, και περιμένουμε αυτό να αποδειχθεί πανηγυρικά. Ο αντίδικός μας ξέρει ότι οι δικαστές θα μας αθωώσουν, αλλά έχει κάποιο μέσον και φροντίζει να αλλάξει τη σύνθεση της έδρας την τελευταία στιγμή με πρόσωπα της δικής του επιλογής. Πόσο περήφανοι θα αισθανόμασταν για την ακεραιότητα της δικαιοσύνης; Και γιατί η μία από τις εξουσίες να λειτουργεί με κανόνες διαφορετικούς από εκείνους της άλλης; Αν μια τέτοια αλλαγή αποτελεί αδίκημα για το δικαστήριο, γιατί είναι νόμιμη και συνήθης ενέργεια στο κοινοβούλιο; (δεν νιώθω άνετα να το γράψω με κεφαλαίο).
Ο Τσώρτσιλ έλεγε κάποτε ότι το ισχυρότερο επιχείρημα κατά της δημοκρατίας είναι μια πεντάλεπτη συζήτηση με έναν μέσο ψηφοφόρο. Σήμερα στην Ελλάδα διαθέτουμε πιο σύγχρονες μεθόδους αξιολόγησης του πολιτεύματος: απλώς παρακολουθούμε τη λειτουργία του θερινού τμήματος.
Για να προβληματισθούμε λίγο πιο σοβαρά, ας φαντασθούμε ότι πρόκειται να περάσουμε από ένα δικαστήριο. Είμαστε αθώοι, και περιμένουμε αυτό να αποδειχθεί πανηγυρικά. Ο αντίδικός μας ξέρει ότι οι δικαστές θα μας αθωώσουν, αλλά έχει κάποιο μέσον και φροντίζει να αλλάξει τη σύνθεση της έδρας την τελευταία στιγμή με πρόσωπα της δικής του επιλογής. Πόσο περήφανοι θα αισθανόμασταν για την ακεραιότητα της δικαιοσύνης; Και γιατί η μία από τις εξουσίες να λειτουργεί με κανόνες διαφορετικούς από εκείνους της άλλης; Αν μια τέτοια αλλαγή αποτελεί αδίκημα για το δικαστήριο, γιατί είναι νόμιμη και συνήθης ενέργεια στο κοινοβούλιο; (δεν νιώθω άνετα να το γράψω με κεφαλαίο).
Ο Τσώρτσιλ έλεγε κάποτε ότι το ισχυρότερο επιχείρημα κατά της δημοκρατίας είναι μια πεντάλεπτη συζήτηση με έναν μέσο ψηφοφόρο. Σήμερα στην Ελλάδα διαθέτουμε πιο σύγχρονες μεθόδους αξιολόγησης του πολιτεύματος: απλώς παρακολουθούμε τη λειτουργία του θερινού τμήματος.
Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014
Καύση νεκρών
Η παραπάνω γελοιογραφία του Ηλ. Μακρή στην Καθημερινή (28/6/2014) επιχειρεί να υποβιβάσει το θέμα της αποτέφρωσης των νεκρών σε
οικονομική διεκδίκηση ή προσδοκία από μέρους του κλήρου. Πρόκειται για μια πολύ
στενή προσέγγιση. Ακόμη και στις χώρες όπου γίνεται αποτέφρωση των νεκρών, αυτή
δεν είναι ασύνδετη από το θρησκευτικό τελετουργικό του αντιστοίχου δόγματος
(για όσους βέβαια το επιθυμούν), ενώ αντίθετα στην περίπτωση της ταφής δεν
είναι υποχρεωτική η εκκλησιαστική κηδεία. Η ορθόδοξη αντίρρηση στην αποτέφρωση
και η επιλογή της ταφής σχετίζεται με τη δογματική πίστη στην επιστροφή του
σώματος στη «γην εξ ης ελήφθη» και τη
μελλοντική ανάσταση. Αν η πολιτεία επιμένει να υιοθετεί πρακτικές άλλων χωρών
και πολιτισμών, ας μην έχει την απαίτηση να συμμορφώνεται ο ελληνορθόδοξος
κόσμος με αυτές.
[Απεστάλη στην Καθημερινή 28/6/14 και δημοσιεύθηκε μόλις σήμερα 11/9/2014]
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









