Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Εκκλησία

Κοντά στα άλλα τρέχοντα θέματα της επικαιρότητος ανέκυψε ως πυροτέχνημα και η σχέση Εκκλησίας-κράτους. Ίσως και να χρησιμοποιείται ακριβώς ως πυροτέχνημα, για να μη βλέπουμε τα υπόλοιπα ’θάματα’ και δυσφορούμε για το κλίμα της γενικευμένης ανάπτυξης που θάλλει στη χώρα μας. Πολλά και διάφορα έχουμε να ακούσουμε με την αφορμή αυτή, και σίγουρα δεν θα πλήξουμε (αν αυτή είναι η σωστή έκφραση). Ας επισημάνουμε προς το παρόν ένα γλωσσικό πρόβλημα στην αμοιβαία κατανόηση και τη συζήτηση για το θέμα. Τα ονόματα, οι λέξεις, οι όροι, μπορεί να ορίζουν αλλά και να χωρίζουν, να αφορίζουν, να διχάζουν.  Ωστόσο ‘η των ονομάτων επίσκεψις’ είναι απαραίτητη ως βάση συζήτησης, και γι’ αυτό αναπόφευκτη. Δεν ξέρω αν τελικά μας βοηθάει να ξεμπλέξουμε λίγο το κουβάρι ή αν μας μπερδεύει χειρότερα, όμως ας την επιχειρήσουμε.
     Τι σημαίνει λοιπόν ‘εκκλησία’; Απλό ε; Σκεφθήτε το ξανά. Από τις πρώτες μέρες μετά την Πεντηκοστή ‘ὁ Κύριος προσετίθει τοὺς σῳζομένους καθ᾿ ἡμέραν τῇ ἐκκλησίᾳ’, δηλ. στο σύνολο των ‘σωζομένων’.  Ο Απόστολος Παύλος δίνει τον ορισμό, ότι είναι ‘τὸ σῶμα αὐτοῦ [του Χριστού], τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου’, τον οποίο επαναλαμβάνει, συμπληρώνει και διευκρινίζει σε πολλά σημεία στις επιστολές του. ‘Το σώμα των πιστών με κεφαλή τον Χριστό’ θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε με λίγες λέξεις, με ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται για τα μέλη (συνειδητή πίστη στην κεφαλή, αγάπη προς εκείνη και προς όλα τα λοιπά μέλη, εξάρτηση αμοιβαία και οπωσδήποτε από την κεφαλή, που τρέφει και συντηρεί το σώμα). Αυτός είναι ο αγιογραφικός, πατερικός, θεολογικός ορισμός, με τη γνησιότητα και τη σαφήνεια που οι πηγές του εγγυώνται.
     Θα ήταν πολύ απλό αν τα πράγματα σταματούσαν εδώ και αν ‘εκκλησία’ σήμαινε αυτό και μόνο. Όμως ιστορικά η λέξη έχει ντυθεί με πολλά επιμέρους ‘ενδύματα’ που χρησιμοποιούνται από διαφορετικές ομάδες με μικρότερη ή μεγαλύτερη επίγνωση αυτού που λένε: η χρήση της λέξης μπορεί να είναι συμβατική, καθαρά συμβολική ή και καταχρηστική, να έχει επικρατήσει απλώς από ιστορική συνήθεια μια και δεν επινοήθηκε ή δεν καθιερώθηκε κάποιος διαφορετικός όρος. Έτσι στην Ελλάδα και για πολύ κόσμο σημαίνει κυρίως τον διοικητικό οργανισμό που διαχειρίζεται το καθαρά κοσμικό μέρος της. Κάποιοι μάλιστα ως εκκλησία εννοούν μόνο τους κληρικούς και αγνοούν το λαϊκό ‘πλήρωμα’. Με άλλη χρήση σημαίνει ένα μέρος του όλου που ορίζεται γεωγραφικά ή εθνολογικά (εκκλησία της Ελλάδος, της Κρήτης, της Θεσσαλονίκης, εκκλησίες της διασποράς κτλ.), που φτάνει ακόμη και σε ταύτιση με τη χώρα ή το έθνος. Σημαίνει ακόμη (έστω και καταχρηστικά) σύνολα ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικές Χριστιανικές ομολογίες (Ορθόδοξη εκκλησία, Ρωμαιοκαθολική εκκλησία) ή σε κομμάτια του ιδίου σώματος (π.χ. πόσες Ορθόδοξες ή πόσες Ρωσικές εκκλησίες υπάρχουν;). Και βέβαια ας μην προχωρήσουμε την ανάλυση στο αν εκκλησία και θρησκεία είναι το ίδιο πράγμα ή κάτι παραπλήσιο ή δυο εντελώς διαφορετικές έννοιες· ακόμη δεν ξεμπλέξαμε με τον ένα όρο, πάμε να εισαγάγουμε και δεύτερο;
     Κατέγραψα  τις παραπάνω σκέψεις – που κατά καιρούς με έχουν αποσπασματικά απασχολήσει – μετά την ανάγνωση του πρόσφατου άρθρου του Χρ. Γιανναρά με τίτλο ‘Χωρισμός, ο συνεπέστερος δυνατός’ [Καθημερινή 11/11/2018] και άλλων σχετικών κειμένων τις τελευταίες μέρες. Δεν θα κρίνω εδώ όσα διάβασα, απλώς θα θέσω δυο ερωτήματα, στον εαυτό μου πρώτα και ευρύτερα στη συνέχεια. Το ένα: πόσοι από τους Χριστιανούς βλέπουμε εαυτούς ως μέλη της Εκκλησίας με τον ορισμό του Αποστόλου Παύλου; Το άλλο: με δεδομένη την πολυσήμαντη χρήση του όρου που πρόχειρα σκιαγράφησα παραπάνω, ποια ‘εκκλησία’ θα πρέπει να χωρισθεί (ή να μη χωρισθεί) από το κράτος; Κι ένα τρίτο (που προκύπτει από τα άλλα δύο): μπορεί να γίνει εύκολα λόγος για χωρισμό κράτους-εκκλησίας χωρίς να ληφθεί υπόψη η ιστορική σχέση που έχει διαμορφωθεί μεταξύ των δύο; Για να χρησιμοποιήσω ένα πρόχειρο κοσμικό παράδειγμα, αν η έξοδος της Βρετανίας (το λεγόμενο Brexit) από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλ. από μια σχέση με παρελθόν μόλις μερικών δεκαετιών, είναι τόσο δύσκολη στον σχεδιασμό και την υλοποίησή της, πόσο πιο σύνθετη υπόθεση μπορεί να είναι η διάζευξη μιας σχέσης με ιστορία χιλιετιών;
     Ας κλείσουμε όμως με τον σήμερα εορταζόμενο Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, κι ας θυμηθούμε λίγα από εκείνα τα περίφημα που έλεγε πριν φύγει για την εξορία: «Οὐδὲν Ἐκκλησίας δυνατώτερον, ἄνθρωπε. Λῦσον τὸν πόλεμον, ἵνα μὴ καταλύσῃ σου τὴν δύναμιν. Μὴ εἴσαγε πόλεμον εἰς οὐρανόν. Ἄνθρωπον ἐὰν πολεμῇς, ἤ ἐνίκησας ἤ ἐνικήθης. Ἐκκλησίαν δε ἐάν πολεμῇς, νικῆσαι σε ἀμήχανον· ὁ Θεός γάρ ἐστιν ὁ πάντων ισχυρότερος. Ἐκκλησίας οὐδὲν ἴσον. Ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε γηρᾷ. Τείχη βάρβαροι καταλύουσιν, Ἐκκλησίας δὲ οὐδὲ δαίμονες περιγίγνονται. Πόσοι ἐπολέμησαν τὴν ἐκκλησίαν καὶ οἱ πολεμήσαντες ἀπώλοντο; αὕτη δὲ ὑπὲρ τοὺς οὐρανοὺς ἀναβέβηκε. Ἡ Ἐκκλησία οὐρανοῦ ἰσχυροτέρα. Πόσοι τύραννοι ἠθέλησαν περιγενέσθαι τῆς Ἐκκλησίας;… Ποῦ οἱ πολεμήσαντες; Σεσίγηνται και λήθῃ παραδέδονται. Ποῦ δὲ ἡ Ἐκκλησία; Ὑπὲρ τὸν ἥλιον λάμπει. Τὰ ἐκείνων ἔσβεσται, τὰ ταύτης ἀθάνατα». Και βέβαια ο Άγιος ήξερε για ποια Εκκλησία μιλούσε.

1 σχόλιο:

Απόστολο είπε...

Επαναλαμβάνω το ίδιο: ΠΡΟΔΟΣΊΑ.