Διάβασα πριν μερικές μέρες ένα άρθρο της Γιούλης Επτακοίλη στην Καθημερινή (Έφηβοι πουδεν κατανοούν τη ζωή, 11/9). Περιγράφει έναν δεκατετράχρονο μαθητή που δεν τα πάει καλά στο σχολείο, δεν καταλαβαίνει κείμενα, δεν μπορεί να κάνει εύκολες αριθμητικές πράξεις. Είναι όμως πολύ χαρούμενος με τη τέλεια σχέση που έχει με μια πολύ καλή, όμορφη, ευγενική, γλυκομίλητη κοπέλα. Μόνο που αυτή δεν είναι φυσικό πρόσωπο αλλά ένα ψηφιακό κατασκεύασμα που ο μαθητής έχει δημιουργήσει με εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης, προγραμματισμένο σύμφωνα με τα δικά του γούστα και προτιμήσεις, και που δεν πρόκειται ποτέ να διαφωνήσει μαζί του. Όλα καλά και ρόδινα. Η αρθρογράφος μας λέει ότι σύμφωνα με μια μελέτη το 72% των εφήβων στις ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει τέτοιους ιδανικούς ‘συντρόφους’. Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά είναι γνωστό ότι τέτοιες τάσεις και μόδες διαδίδονται με την ταχύτητα του κορωνοϊού.
Το άρθρο κάνει τη συσχέτιση με τα πτωχά αποτελέσματα πολλών μαθητών σε εξετάσεις όπως η PISA, και συμπεραίνει ότι τα προβλήματά τους δεν είναι μόνο γνωστικά αλλά και κοινωνικά. Ο περιορισμός των σχέσεων με άλλα πρόσωπα οδηγεί σε απώλεια βασικών δεξιοτήτων όπως ο διάλογος, η αντιπαράθεση, η διαχείριση της απόρριψης και της αποτυχίας, η διαπραγμάτευση και η εύρεση κοινών θέσεων και τόπων, μ’ ένα λόγο το χτίσιμο μιας προσωπικότητας που θα μπορεί να σταθεί στα πόδια της και να αντιμετωπίσει την πραγματική ζωή. Με τις προϋποθέσεις αυτές, αν περιμένει κάποιος να συναντήσει ανθρώπους και συμπεριφορές όπως αυτές του ιδανικού ‘προσώπου’ που σχεδίασε στον υπολογιστή του, σίγουρα θα απογοητευθεί πολύ γρήγορα.
Διαβάζοντας το κείμενο αυτό και άλλα παρόμοια, έκανα συνειρμικά και μια ακόμη προέκταση. Μήπως άραγε τα φαινόμενα βίας μεταξύ ανηλίκων ή κατά των γυναικών ή άλλων ευπαθών ατόμων ή ομάδων συνδέονται και με αυτή την ανωριμότητα που περιγράψαμε παραπάνω; Αν δεν έχω μάθει να διαλέγομαι με υπαρκτά, φυσικά πρόσωπα, να δέχομαι αντιρρήσεις, να ακούω και την άλλη άποψη, να αναθεωρώ τη δική μου και να υποχωρώ, είναι πολύ εύκολο να αντιδράσω βίαια όταν κάποιος πάει κόντρα στο θέλημά μου. Μια ματιά στα σχόλια που αναγράφονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις φραστικές αψιμαχίες που διαδραματίζονται αρκεί για να μας δώσει μια ιδέα για την ψυχολογία των ανθρώπων που κρύβονται πίσω από αυτά. Οι ψυχίατροι και ψυχολόγοι του πολύ εγγύς μέλλοντος ασφαλώς θα έχουν πολλή δουλειά στον τομέα αυτό. Άραγε δεν είναι καλύτερα να ασχοληθούμε εγκαίρως με την πρόληψη; Ή μήπως είναι ήδη αργά;