Ο κόσμος των ανθρώπων αποτελεί ένα ευρύτατο δίκτυο σχέσεων κάθε είδους, από τις πιο αγνές και ανιδιοτελείς μέχρι τις πιο συμφεροντολογικές, ακόμη και καταπιεστικές και ανοικτά εχθρικές. Έτσι ήταν πάντα, και συνεχίζει να είναι, όσο κι αν – υποτίθεται – έχουμε σε μεγάλο βαθμό εκπολιτισθεί και θέσαμε ποικίλους κανόνες και νόμους αμοιβαίας προσέγγισης και επικοινωνίας, σε ατομικό, οικογενειακό, εμπορικό ή διεθνές επίπεδο. Αυτοί τηρούνται ή παραβλέπονται κατά περίπτωση, ανάλογα με τις διαθέσεις και τη δύναμη των μερών που εμπλέκονται σε κάθε σχέση. Ειδικά στις σχέσεις κρατών, ο όρος ‘διεθνές δίκαιο’ έχει φθάσει να θεωρείται οξύμωρο σχήμα ή σύντομο ανέκδοτο, καθώς συχνά στην πράξη μεταφράζεται σε δίκαιο του ισχυροτέρου. Τα παραδείγματα αφθονούν στις μέρες μας. Το θέμα είναι πολύ μεγάλο. Ας δούμε με συντομία μια μόνο πτυχή του, όσο πιο απλά γίνεται.
Έστω ότι ένα ισχυρό κράτος σχετίζεται με ένα αδύναμο. Η σχέση μπορεί να είναι πλήρης υποτέλεια (ο ισχυρός επιβάλλει τις απόψεις και το συμφέρον του σε κάθε περίπτωση και εκμεταλλεύεται τον αδύναμο, ενώ το αντίστροφο είναι πρακτικά αδύνατο) ή αμοιβαίος σεβασμός κάποιου βαθμού (ο αδύναμος έχει το δικαίωμα της γνώμης, και αυτό γίνεται σεβαστό και αποδεκτό από τον ισχυρό). Ο βαθμός αποδοχής του άλλου έχει μεγάλη σημασία. Αν ο ισχυρός σέβεται τις ανάγκες του αδυνάμου και προσφέρεται να τις καλύψει με καλή πρόθεση, χωρίς έκνομο συμφέρον, η συμβίωση είναι αρμονική. Αν ο αδύναμος πρέπει να ικετεύει τον ισχυρό για την κάθε ανάγκη του, η σχέση μοιάζει με επαιτεία. Εδώ παίζουν σημαντικό ρόλο τα πρόσωπα που εκπροσωπούν το κάθε μέρος. Αν ο ισχυρός έχει έναν ηγέτη φιλόδοξο, αυταρχικό και με αρπακτικές διαθέσεις, η σχέση σύντομα μπορεί να προχωρήσει σε επικυριαρχία και εκβιασμό του αδυνάμου και να μετατραπεί σε υποδούλωση. Και αν ο αδύναμος αντιδράσει στις ‘παρενοχλήσεις’ του ισχυρού, οδηγούμαστε σε εξεγέρσεις και ένοπλες συγκρούσεις, όπως μας δείχνει η καθημερινή πραγματικότητα.
Λέγεται ότι κάποτε ένας βασιλιάς πολιορκούσε μια πόλη, όμως η καλή οχύρωση της πόλης δεν τον άφηνε να την κυριεύσει. Με τον καιρό η πολιορκημένη πόλη άρχισε να βλέπει το φάσμα της πείνας: τα τρόφιμα τελείωναν, με άμεσες συνέπειες για τους πολίτες της. Τότε ο βασιλιάς διέταξε να εκτοξεύσουν με τους καταπέλτες χιλιάδες ψωμιά μέσα στην πόλη, η οποία είδε τα φαγώσιμα ‘βλήματα’ ως θεόσταλτο δώρο, άνοιξε τις πύλες και υποδέχθηκε τον πολιορκητή βασιλιά όχι ως κατακτητή και καταστροφέα αλλά ως ευεργέτη.
Την πιο πρόσφατη αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις αποτέλεσε το δημοσίευμα της Καθημερινής για τις δραματικές συνέπειες που έχει ο μακροχρόνιος οικονομικός αποκλεισμός της Κούβας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πόσο διαφορετικά θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα στον κόσμο με μια προσέγγιση σαν αυτή που προτείνει ο απόστολος Παύλος: «Ἐὰν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν» [Ρωμ. 12:20]... Αν ο ισχυρός έχει την καλώς νοούμενη αρχοντιά και βοηθεί τον αδύναμο όχι απλώς δίνοντάς του συγκαταβατικά μια ελεημοσύνη αλλά με το να τον αποδέχεται και να του αναγνωρίζει το δικαίωμα της ισόνομης ύπαρξης, τον κερδίζει πολύ πιο εύκολα παρά με την απειλή της βίας και την στέρηση των αναγκαίων. Όπως λέει η παροιμία, οι μύγες δεν πιάνονται με το ξύδι αλλά με το μέλι. Άραγε ξέρουν από παροιμίες οι ισχυροί του κόσμου μας;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου