Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Λομπιτούρες

Ο όρος ‘λόμπι’ έχει περάσει στην καθημερινή γλώσσα και την επικαιρότητα, με διάφορες αφορμές. Καταρχήν στην αγγλική γλώσσα το lobby είναι ο προθάλαμος, η αίθουσα υποδοχής ή το σαλόνι ενός δημοσίου κτιρίου. Επειδή σε τέτοιους χώρους συχνά γίνονται άτυπες, ανεπίσημες συναντήσεις και συνομιλίες πολιτικών ή άλλων δημοσίων προσώπων με ενδιαφερόμενους πολίτες, η χρήση του όρου επεκτάθηκε και στις επαφές αυτές, και με την έννοια αυτή πέρασε και στις υπόλοιπες γλώσσες. Έτσι μιλούμε για ελληνικό ή εβραϊκό ή όποιο άλλο λόμπι (π.χ. της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ ή της οπλοκατοχής στις ΗΠΑ), εννοώντας ομάδες άσκησης πίεσης ή επηρεασμού πολιτικών προσώπων (συνήθως σε μεγάλες χώρες ή σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση) για την προώθηση εθνικών, οικονομικών, ιδεολογικών ή στρατηγικών συμφερόντων.

     Η όλη πρακτική του lobbying έχει πάρει τεράστια έκταση. Με αφορμή τις πρόσφατες αποκαλύψεις του λεγομένου Κατάργκεϊτ, μάθαμε ότι στο Μητρώο Διαφάνειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι γραμμένα 12.426 μέλη ως ‘λομπίστες’ (διαβάστε ολόκληρο το σχετικό δημοσίευμα της Καθημερινής). Η μεγαλύτερη κατηγορία (3.486) είναι οι ΜΚΟ. Ακολουθούν οι επιχειρήσεις (3.038) και οι εμπορικές και επιχειρηματικές ενώσεις (2.628). Καταλαβαίνει κανείς τι διαγκωνισμός γίνεται για την προώθηση τόσων και τόσο ποικιλομόρφων συμφερόντων.

     Αν όλες αυτές οι επαφές γίνονταν με ξεκάθαρο και νόμιμο τρόπο και βασίζονταν σε λογικά επιχειρήματα, στο δίκαιο και τη νομιμότητα, και δεν προκαλούσαν παραβιάσεις των ισχυόντων κανόνων, θα μπορούσε κανείς να τις αποδεχθεί ως μια άλλη μορφή διπλωματίας. Συνήθως όμως το συμφέρον μιας πλευράς (χώρας, ιδεολογίας, επιχειρηματικού ή οικονομικού ομίλου) προβάλλεται και προάγεται εις βάρος κάποιας άλλης πλευράς, όχι αναγκαστικά εχθρικής αλλά ανταγωνιστικής (π.χ. άλλου οικονομικού ομίλου). Εδώ μπορεί να μην τίθεται καν θέμα νομιμότητος: δυο επιχειρήσεις μπορούν κάλλιστα να συνυπάρχουν στην αγορά, χωρίς να ευνοείται κάποια δυσανάλογα. Η καθεμιά όμως δεν θέλει αυτό, αλλά να αυξήσει το μερίδιό της με κάθε τρόπο. Κι αν ο τρόπος σημαίνει να ‘πείσουμε’ (όχι μόνο με λόγια αλλά και με το σχετικό οικονομικό δέλεαρ) κάποιους ανθρώπους με κύρος να μας προτιμήσουν και να νομοθετήσουν με χαριστικό τρόπο για μας, κανείς δεν μας εμποδίζει να το κάνουμε στα πλαίσια του lobbying. Εξάλλου, με την οπτική της business μια επένδυση είναι κι αυτή, όπως η διαφήμιση, έστω κι αν επενδύει τσέπες προσώπων ή κομμάτων (αρκεί βέβαια να μη γίνεται ευρέως γνωστή, έστω κι αν ‘ο κόσμος το ’χει τούμπανο’, κατά την παροιμία). Αυτός είναι και ο λόγος που το ‘λόμπι’ ως έννοια γίνεται όλο και πιο κακόφημο, τουλάχιστον στ’ αυτιά και την κατανόηση όσων διατηρούν ακόμη μια κάποια ηθική ευαισθησία.

     Ας κάνουμε όμως και μια άλλη προέκταση του θέματος. Αν ένας πολίτης ‘λαδώσει’ π.χ. δημόσιο υπάλληλο για μια εκδούλευση εντός ή και εκτός νόμου, αυτό αποτελεί δωροδοκία για τον πολίτη και δωροληψία για τον αποδέκτη και είναι ποινικά κολάσιμη πράξη. Αν μια επιχείρηση ή μια χώρα χρηματοδοτεί ένα πολιτικό κόμμα ή έναν διεθνή οργανισμό για να προωθήσει το συμφέρον της, αυτό λέγεται χορηγία και είναι κατά πάντα νόμιμο. Τα οικονομικά μεγέθη μπορεί να διαφέρουν (ο πολίτης μπορεί να δίνει ένα χιλιάρικο, η επιχείρηση ένα ή περισσότερα εκατομμύρια). Από ηθικής/δεοντολογικής πλευράς όμως υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο; Νομίζω πως όχι. Αλλά βέβαια οι νόμοι που απαγορεύουν τη μία πράξη και κατοχυρώνουν την άλλη, σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο, γράφονται και ψηφίζονται από ανθρώπους που προσδοκούν να ωφεληθούν από τα ποικίλα συμφέροντα των άλλων. Κατά το κοινώς λεγόμενο, Γιάννης κερνά και Γιάννης κουτσοπίνει, γεγονός που δικαιολογεί τον νεολογισμό του τίτλου.

     Ερμηνευτική σημείωση. Λοβιτούρα=  ανέντιμη, παρασκηνιακή ενέργεια που αποσκοπεί σε προσπορισμό παράνομου κέρδους (Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής).

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

Αρχιψεύταροι

Αντιγράφω τον τίτλο (σε πληθυντικό αριθμό) από την παλιά κωμωδία του Γιώργου Πάντζα. Επίκαιρος όσο ποτέ άλλοτε, μια και το ψεύδος με ποικίλες μορφές παίρνει και δίνει στη δημόσια ζωή. Κάθε τόσο σκάει μια ιστορία που αποκαλύπτεται ότι βασιζόταν σε ψευδή στοιχεία. Βέβαια στην εποχή μας τα έχουμε εξευγενίσει· δεν τα λέμε ψέματα γιατί ακούγονται πιο αθώα αγγλιστί ως fake news. Έχουμε φθάσει στο σημείο να θεωρούμε φυσιολογικό το να μας κοροϊδεύουν ανερυθρίαστα άνθρωποι που διεκδικούν την ψήφο μας για να μας κυβερνήσουν, ενώ έχουν δώσει επί σειρά ετών δείγματα της ανειλικρίνειάς τους. Και όχι μόνο να κοροϊδεύουν τους πολίτες, αλλά με ψευδείς ειδήσεις να εκθέτουν διεθνώς την χώρα ολόκληρη ("Να ποια είναι η Ελλάδα!"), ακόμη και όταν οι ξένοι έχουν καταλάβει το ψέμα και έχουν ανακαλέσει τα δικά τους σχετικά δημοσιεύματα (όπως πρόσφατα έγινε με το περιοδικό Der Spiegel και την ιστορία της ανύπαρκτης αλλά καλά μακιγιαρισμένης δήθεν νεκρής προσφυγοπούλας ‘Μαρίας’ [βλ. ΕΔΩ και ΕΔΩ]).

     Επειδή η ανοχή σε τέτοια φαινόμενα έχει τα όριά της, ίσως δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να υπήρχε ένας νόμος που να ποινικοποιεί τον διεθνή δημόσιο διασυρμό της χώρας με λόγια ή με έργα. Ωστόσο, δεν ξέρω πόσοι πολιτικοί θα ήταν διατεθειμένοι να τον προτείνουν ή να τον ψηφίσουν.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Συμπροσευχή

Εδώ και σχεδόν ένα έτος είμαστε μάρτυρες ενός εντελώς ανόητου (= άνευ νοήματος) πολέμου. Μια από τις υπερδυνάμεις του κόσμου αυτού εισέβαλε στη γειτονική της χώρα, η οποία βέβαια δεν κάθησε με σταυρωμένα χέρια ούτε υποδέχθηκε με ανοιχτές αγκαλιές τους εισβολείς. Το αποτέλεσμα ήταν η σύγκρουση που βλέπουμε τόσον καιρό να διαδραματίζεται, με υφέσεις και εξάρσεις, με αμοιβαίες καταστροφές και ανθρώπινες απώλειες και φυσικά με ανυπολόγιστο ευρύτερο ανθρωπιστικό κόστος.

     Δυστυχώς αυτό που δεν έχουμε δει ολόκληρο τον χρόνο είναι μια πραγματικά σοβαρή απόπειρα αποκλιμάκωσης και ειρήνευσης, μια προσπάθεια ελέγχου της παραφροσύνης. Είδαμε την Δύση να επιβάλλει κυρώσεις στην επιτιθέμενη χώρα, οι οποίες όμως έχουν το δικό τους τίμημα, τόσο οικονομικό όσο και ανθρώπινο. Είδαμε τρίτες χώρες να τάσσονται, δικαιολογημένα με πρώτη ματιά, στο πλευρό του αμυνόμενου, παρέχοντάς του αμέριστη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, κάτι που όμως οδηγεί σε περαιτέρω κλιμάκωση και διεύρυνση των πολεμικών επιχειρήσεων, με ανοικτές τις προοπτικές ακόμη ευρύτερης σύρραξης. Υπάρχουν καθημερινά άφθονες δηλώσεις και ρητορικές επιθέσεις ένθεν κακείθεν, που φυσικά ρίχνουν λάδι και όχι νερό στη φωτιά. Δεν υπάρχει δυστυχώς κανένα  ίχνος ή σημάδι ειρηνευτικής προσέγγισης δυο χωρών που είναι αμφότερες Ορθόδοξες Χριστιανικές.

     Δεν έχω κανένα προσωπικό πολιτικό ή οικονομικό συμφέρον σε οποιαδήποτε πλευρά της διένεξης. Η άποψή μου είναι εκείνη του απλού παρατηρητή, που θλίβεται από την τραγική πορεία μιας ανθρωπότητας που προφανώς δεν διδάχθηκε τίποτε από δυο παγκοσμίους πολέμους και αναρίθμητους άλλους μικρότερους, αλλά πάντως καταστροφικούς. Ειδικά για τις δυο εμπόλεμες χώρες, όλοι έχουμε διαβάσει για πολλούς αγίους παλιούς και νεότερους και από τις δυο πλευρές του φράχτη, τους οποίους σεβόμαστε και τιμούμε χωρίς να κάνουμε διακρίσεις αν ήταν πολιτογραφημένοι Ρώσοι ή Ουκρανοί. Αλήθεια, μπορούμε να φαντασθούμε ανθρώπους σαν κι αυτούς να μάχονται μεταξύ τους;

     Νομίζω ότι το αγωνιώδες ερώτημα θα πρέπει πρωτίστως να τεθεί στους εκκλησιαστικούς ηγέτες των Ορθοδόξων χωρών. Ως άνθρωποι, αυτοί μπορεί να έχουν τις δικές τους προσωπικές αδυναμίες, φιλοδοξίες ή αντιπαλότητες μεταξύ τους. Σίγουρα δέχονται πιέσεις, είτε ‘ευγενικές’ είτε καθαρά εκβιαστικές, από τις αντίστοιχες πολιτικές δυνάμεις για να στηρίξουν τη μία ή την άλλη πλευρά, παρατείνοντας έτσι την σύγκρουση. Ωστόσο, «ἐρχόμενοι εἰς ἑαυτούς» μπορούν με αμοιβαία συνεννόηση να αρθούν υπεράνω της παρούσας κατάστασης. Να σκεφθούν ότι πιστεύουν στον ίδιο Θεό, διαβάζουν και κηρύττουν το ίδιο Ευαγγέλιο, ομολογούν το ίδιο Σύμβολο Πίστεως, κοινωνούν τα ίδια Άχραντα Μυστήρια. Αν, φωτισμένοι από το ένα Άγιο Πνεύμα, μπορούσαν να συμπροσευχηθούν και να ομονοήσουν, το μήνυμα και η πνευματική πίεση προς τους αντίστοιχους λαούς και πολιτικούς ηγέτες θα ήταν ισχυρά «πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων» [Β΄ Κορ. 10:4]. Διότι, κατά τον λόγο του Κυρίου, αν δυο ή τρεις συμφωνήσουν και ζητήσουν κάτι από τον Θεό, θα τους δοθεί. Όχι μόνο σ’ αυτούς, αλλά στον κόσμο ολόκληρο. 

     Είθε, με τις πρεσβείες των πολυαρίθμων Ρώσων και Ουκρανών αγίων, κάποια όχι πολύ μακρινή ημέρα να δούμε αυτή την πολυπόθητη συνεννόηση και συμπροσευχή, που δεν μπορεί παρά να έχει θετικό αποτέλεσμα. Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε ότι καμιά προσευχή, από όποιον κι αν αναπέμπεται, δεν μένει αναπάντητη και χωρίς αντίκρισμα.