Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

‘Περί την ενάτην ώραν’



Στα 88 του ο κυρ-Θόδωρος μετράει τις τελευταίες του ανάσες. Ο καρκίνος που βρέθηκε στον πνεύμονά του πριν έξι μήνες, προχωρημένος ήδη κατά τον χρόνο της διάγνωσης, έχει αντιμετωπισθεί με καθαρά ανακουφιστικά μέσα μέχρι σήμερα, χωρίς ηρωικές προσπάθειες και περιττές ταλαιπωρίες. Ο κυρ-Θόδωρος πέρασε όλον αυτό τον καιρό στο σπίτι και στο κρεβάτι του, έχοντας γύρω τους δικούς του ανθρώπους, με τηλεφωνικές οδηγίες και περιστασιακές ιατρικές επισκέψεις, και μια-δυο παρακεντήσεις για το υγρό που στραγγάλιζε την αναπνοή του κάθε τόσο.
Πόσο θα αντέξει ακόμη; Κανένας δεν ξέρει. Κάθε ανάσα και πιο δύσκολη, κάθε λέξη και πιο ασθενική, δεν την καταλαβαίνεις πλέον. Ενημερώνομαι κάθε τόσο από το τηλέφωνο. Ποιος ξέρει πότε θα χρειασθεί να τον επισκεφθώ για τελευταία φορά; ‘Οψέ ή μεσονυκτίου ή αλεκτοροφωνίας ή πρωί’ (Μαρκ. ιγ΄ 35); Οδηγίες για τα φάρμακά του, για λίγο ηρεμιστικό, το ερώτημα (για πολλοστή φορά) αν θα επιθυμούσαν εισαγωγή σε κάποιο νοσοκομείο ή κλινική… Ίδια η απάντηση. Όχι. Να μείνει στο σπίτι του. Κι όσο πάει.
Ένα ακόμη τηλεφώνημα, Κυριακή μεσημέρι. «Είναι χειρότερα» αναφέρει η κόρη του. «Δεν μπορεί να μας μιλήσει, άλλοτε λέει κάτι ασυνάρτητα. Τι να κάνουμε;». «Τον κοινωνήσατε;» ρωτάω. «Γιατρέ, ξέρεις, ενώ ήταν πάντα πολύ καλός άνθρωπος, δεν είχε επαφή με την εκκλησία. Αυτή τη μάθαμε από τη μητέρα μας. Εκείνος δεν είχε καμιά σχέση. Μόλις πρόσφατα τον πείσαμε να ακυρώσει την γραπτή παραγγελία που μας είχε αφήσει να τον κάψουμε όταν πεθάνει. Πώς θα του πούμε κάτι τέτοιο; Μήπως τον σκοτώσουμε μια ώρα αρχύτερα;» Επικαλούμαι την εορτή των Αγίων Πάντων: μεγάλη μέρα σήμερα, γιορτάζουν όλοι, κοινωνεί ο κόσμος, μήπως θα ήθελε κι αυτός; Ωστόσο, μόνο μια υπόδειξη κάνω. Αυτά τα πράγματα δεν επιβάλλονται. Η κόρη με ευχαριστεί. Θα τα ξαναπούμε.
Τα ξαναλέμε την επομένη, την ενάτη ώρα, ακριβώς στις 3 μ.μ. Η τελευταία ανάσα που εδώ και τόσες μέρες δεν έλεγε να βγει είναι πλέον γεγονός. Σπεύδω στο σπίτι. Στον τελευταίο ύπνο ο κυρ-Θόδωρος είναι πιο ήρεμος παρά ποτέ. Διαπιστώνω τα τυπικά σημεία του θανάτου, κάθομαι να συμπληρώσω το αποβιωτήριο. «Ξέρεις, γιατρέ, τελικά τον κοινωνήσαμε», λέει απροσδόκητα η κόρη του ενώ γράφω. Την κοιτάζω ξαφνιασμένος. «Ήρθε χθες ο ιερέας, και το ήθελε κι εκείνος, καταλάβαινε», μου λέει. «Δόξα τω Θεώ!» σκέφτομαι ανακουφισμένος. Η κόρη συνεχίζει: «Ο ίδιος ο ιερέας μας είπε ότι αν σήμερα είναι ακόμη ζωντανός θα έρθει πάλι να τον μεταλάβει. Και ήρθε το πρωί, γιατρέ, και ο πατέρας μας μετάλαβε ξανά!». Δόξα τω Θεώ και πάλι. Σφραγίζω το πιστοποιητικό και αποχωρώ για να κρύψω τη συγκίνησή μου. 
Μνήσθητι, Κύριε, και της ψυχής του κεκοιμημένου δούλου σου Θεοδώρου…

2 σχόλια:

GALINOS είπε...

Καθημερινά βλέπουμε οτι ο Θεός δεν αφήνει κανέναν να χαθή..Μέχρι τελευταία στιγμή το έλεος του μας καταδιώκει.Οι εμπειρίες σου πολύτιμες.
Νάσαι καλά.Κ.Σ.

Λήμνος είπε...

Διάβασα κάπου πως όποιος αξιώνεται να μεταλάβει την ημέρα του θανάτου του φεύγει πολύ ευλογημένος κι ενισχυμένος από αυτόν τον μάταιο κόσμο ολοταχώς για τη Βασιλεία του Θεού. Μακάρι να είναι έτσι και για τον κυρ-Θόδωρο!