Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Αιωνόβιοι

«Γιατρέ μου, καλά γεράματα να έχεις!» 
     Ομολογώ ότι δεν την είχα ξανακούσει την ευχή. Απροσδόκητη, αλλά δεν με ξαφνιάζει και τελείως. Η ασθενής μου έχει κλείσει την ένατη δεκαετία της ζωής, που σημαίνει ότι έχει ζήσει πενήντα τοις εκατό περισσότερο από μένα. Έχει αποκτήσει δέκα παιδιά και είκοσι εγγόνια και μερικά δισέγγονα, κι έχει συσσωρεύσει πείρα ζωής μεγαλύτερη απ’ όση ελπίζω εγώ ποτέ να αποκτήσω. Κάποιο πρόβλημα υγείας, όχι σοβαρό, την έφερε στο δρόμο μου για πρώτη φορά. Οι γενικές εξετάσεις της είναι εντελώς φυσιολογικές, και όπως μαθαίνω ασχολείται ακόμη με το σπίτι και με τη φροντίδα των μικροτέρων. Έτοιμη τώρα να ξαναγυρίσει στην καθημερινή ρουτίνα της συνοδεύει το ‘ευχαριστώ’ με μια ευχή ανάλογη με τη δική της εμπειρία.
     Όλο και περισσότερο βλέπουμε αρρώστους που πλησιάζουν τον αιώνα. Λέω, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ότι αν φτάσει κανείς στην ηλικία αυτή, σίγουρα έχει αυτό που γενικά και αόριστα ονομάζουμε ‘γερή κράση’: δεν κουβαλάει επικίνδυνα γονίδια, έζησε μετρημένη, ίσως και στερημένη ζωή με ένα σωρό δυσκολίες (ο εικοστός αιώνας δεν ήταν από τις ήσυχες ιστορικές περιόδους), δεν πέρασε κάποιο από τα πολλά νοσήματα που στερούν τις σωματικές δυνάμεις. Συχνά οι νοητικές ικανότητές του υστερούν σε ποικίλο βαθμό, αλλά από την άλλη μεριά και η πλήρης διαύγεια κάποτε γίνεται πηγή άγχους: τέτοιοι άνθρωποι τείνουν να νοιάζονται για το κάθε τι και να ανησυχούν για όλα και να ανακατεύονται σε όλα. Η δυνατότητα για αυτοεξυπηρέτηση και στοιχειώδη λειτουργική επάρκεια είναι το άριστο που μπορεί να εύχεται κανείς. Κι ας μη μπορεί να λύνει την πιο δύσκολη βαθμίδα του Σουντόκου.
     Περνώ να δω κι άλλον έναν άρρωστο. Στα 95 χρειάσθηκε μια επέμβαση και, παρά τις επιφυλάξεις που υπήρχαν για το αναπνευστικό του, τα πήγε πολύ καλά και αναρρώνει χωρίς προβλήματα. Διαβεβαιώνω τους δικούς του ότι όλα είναι εντάξει, με παίρνουν παράμερα. «Γιατρέ, δεν του το είπαμε, αλλά χθες πέθανε η αδελφή του, έμεναν μαζί». Ξαφνιάζομαι, δεν γνώριζα την ύπαρξή της. «Μικρότερη;» ρωτάω. «Μεγαλύτερη, στα 103», είναι η εντελώς αναπάντεχη απάντηση. «Ήταν πολύ καλά, δεν είχε τίποτε. Φαίνεται της έλειψε τόσες μέρες ο αδελφός της». Δεν έχω κάποια εξήγηση γι’ αυτό, ούτε βέβαια μπορώ να το απορρίψω. Το λάδι στο καντήλι της σώθηκε, ο Θεός την κάλεσε κοντά του. Ελπίζω ο αδελφός, όταν το μάθει, να το αποδεχθεί σαν φυσικό τέλος, όπως και είναι, και να μη γίνει αυτό αρνητικός καταλύτης για τη δική του περαιτέρω πορεία.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Το ίδιο φαίνεται να συνέβη και με τη θεία μας Ελένη (με διπλό εγκεφαλικό και αφασία), η οποία ζούσε τελευταία στο ίδιο σπίτι με τον πατέρα μας και ακριβώς την ώρα του 40νθημέρου μνημοσύνου του πατέρα μας εκοιμήθη! Πώς αντελήφθη την έλλειψη του πατέρα μας είναι μυστήριο.....
Μ.Ε.Χ.