Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Διάλογος

Την επομένη του γάμου συζητούμε με συνάδελφο για το γεγονός.
     «Συγκινήθηκα, ξέρεις», μου λέει. «Τον γνώριζα από μικρό παιδί το γαμπρό».
     «Αμ’ εγώ; Ο ‘μπεμπούλης’, τον λέγαμε στην Αγγλία».
     «Για πότε μεγαλώνουν τα άτιμα...»
     «Αυτά καλά κάνουν και μεγαλώνουν. Εμάς γιατί μας παίρνουν μαζί τους;»
     «Έλα ντε! Όσο να καταλάβεις ότι είσαι πατέρας γίνεσαι και παππούς».
     «Σου έχει τύχει να σου δώσει κανείς θέση στο λεωφορείο;»
     «Άκου λέει! Ακόμη το θυμάμαι».
     «Εγώ να δεις. Τελευταία με τις επεμβάσεις μου έπαθα κι άλλο. Την πρώτη φορά που βγήκα να περπατήσω στη γειτονιά με τη βακτηρία* ένα μικρό που έκανε βόλτα κόντεψε να πέσει επάνω μου. ‘Πρόσεχε τον παππού!’ ακούω να του φωνάζει ο συνοδός του. Εγώ προχώρησα χαμογελώντας. ‘Μας συγχωρείτε, κύριε!’ άκουσα πίσω μου τη φωνή της ‘γιαγιάς’ (μεγάλη έδειχνε για μαμά του). ‘Δεν πειράζει, άλλωστε έχω εγγόνια’, της είπα για να διασκεδάσω την αμηχανία της στιγμής».
     «Έτσι είναι. Βλέπουν λίγο γκρίζα τα μαλλιά...»
     «... και σπεύδουν να βγάλουν συμπεράσματα. Εδώ που τα λέμε, πόσα χρόνια θέλεις ακόμη για τη σύνταξη;»
     Με στραβοκοιτάζει, χαμογελούμε και οι δυο, και με σιωπηρή συμφωνία αλλάζουμε κουβέντα.


     *Πολιτικά ορθός όρος για το δεκανίκι.

1 σχόλιο:

Λήμνος είπε...

Όσο κι αν δεν το πιστεύουμε, φτάνουμε "τρέχοντας" στην τρίτη ηλικία. Το μαρτυρούν εκτός από τα χρόνια μας οι ...γεροντικές μας παθήσεις!