Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020

Αντίπαλοι


Η γλώσσα των συνδικαλιστών, ανεξάρτητα από το αν είναι φοιτητές, δάσκαλοι, γιατροί, αγρότες, υπάλληλοι, ναυτικοί ή οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική ομάδα, χαρακτηρίζεται χωρίς εξαίρεση από το στοιχείο της αντιπαλότητας: πάντα υπάρχει ο ‘απέναντι’ (συνήθως το κράτος), από τον οποίο απαιτούμε περίπου τα πάντα και ο οποίος πάντα αρνείται να μας τα δώσει, διότι αντιπροσωπεύει ‘άλλα συμφέροντα’. Ακόμη κι όταν το κράτος δίνει, υπάρχει έτοιμο το επιχείρημα ότι αυτά είναι ‘ψίχουλα’, ότι δεν είναι αυτά που χρειάζονται, ότι εμείς ξέρουμε καλύτερα, και ότι σε κάθε περίπτωση θέλουμε περισσότερα.

     Βέβαια το παιχνίδι της διελκυστίνδας είναι πανάρχαιο, και όλοι καταλαβαίνουμε (ακόμη και οι συνδικαλιστές) ότι κάποια πράγματα λέγονται για να λέγονται, εν γνώσει μας ότι δεν μπορούν να γίνουν. Όμως αν τυχόν έπαυε το παιχνίδι ή χαμήλωναν οι τόνοι και γινόταν πιο πολιτισμένο, πολλοί από τους ‘πατέρες’ αυτούς θα εξαφανίζονταν χωρίς ίχνη από το προσκήνιο της δημοσιότητας, διότι το μόνο που τους διακρίνει είναι ο τόνος και η ένταση της φωνής τους. Άλλωστε ο χρόνος που δαπανούν στη φωνασκία και την αντιπαλότητα συνήθως δεν τους επιτρέπει να ασχολούνται με τα επαγγελματικά τους καθήκοντα: αυτά είναι για άλλους.

     Έκανα τις σκέψεις αυτές για πολλοστή φορά, με αφορμή τη χθεσινή απεργία των εργαζομένων στα δημόσια νοσοκομεία. Προσωπικά έχω μεγάλη εκτίμηση στους συναδέλφους του χώρου και συχνά καταφεύγω στη βοήθειά τους για θέματα που ξεφεύγουν από τις προσωπικές μου δυνατότητες ή όταν κάποιος ασθενής δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις οικονομικές συνθήκες του ιδιωτικού τομέα. Με την πρέπουσα συνεννόηση και αμοιβαία ενημέρωση των συναδέλφων εξυπηρετούνται όλοι και ακόμη, πράγμα πολύ σημαντικό, καλλιεργείται ένα κλίμα εμπιστοσύνης που προάγει τη συνεργασία αυτή. Αυτό με τη σειρά του μεταφέρεται και στους ασθενείς, που ξέρουν ότι είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό χώρο μπορούν να αντιμετωπισθούν με επάρκεια και με ενδιαφέρον για τα προβλήματά τους.

     Γιατί λοιπόν τόση φασαρία για τις περίφημες ‘συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα’ (ΣΔΙΤ); Διότι για συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους η λέξη ‘ιδιωτικός’ είναι κόκκινο πανί, συνώνυμη με την αδικία, την εκμετάλλευση, την κακοδιαχείριση, τη σπατάλη και κάθε είδους θανάσιμο αμάρτημα. Καπνός χωρίς φωτιά φυσικά δεν υπάρχει, και έχουν καταγραφεί πολλά αρνητικά παραδείγματα, είτε ατόμων είτε συλλογικών φορέων. Μια στιγμή όμως: είναι άραγε άγνωστα τα αδικήματα αυτά στον δημόσιο τομέα; Η δημόσια σφραγίδα αποτελεί πάντα εγγύηση αθωότητος για τον καθένα που την έχει στη διάθεσή του; Δεν ακούμε ποτέ συνδικαλιστές να καταδικάζουν συγκεκριμένα τέτοια φαινόμενα στο δημόσιο: αντίθετα, σε ανάλογες περιπτώσεις συνήθως μιλούν για ‘στοχοποίηση’ από πολιτικούς αντιπάλους.

     Δεν είμαι διορισμένος συνήγορος του κράτους (άλλωστε το έχω επικρίνει πολλές φορές εδώ), αλλά ας είμαστε ειλικρινείς. Πολύ περισσότερα πράγματα θα μπορούσαν να επιτευχθούν, όχι μόνο στην υγεία αλλά και σε κάθε άλλο χώρο, με τη συνεργασία παρά με τη διαρκή αντιπαράθεση. Ωστόσο η αντιπαλότητα είναι άθλημα και προπονητήριο για την ανάδειξη στελεχών της δημόσιας ζωής (εντός και εκτός κοινοβουλίου) που θα συντηρούν το κλίμα της κοκορομαχίας και θα δηλητηριάζουν τις προσπάθειες αλληλοκατανόησης. Τα κόμματα και οι συνδικαλιστές τη συντηρούν γιατί αυτό είναι το ‘φυτώριό’ τους (όπως και οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι αγκαλιάζουν τα σωματεία των οργανωμένων οπαδών). Αυτός είναι και ο λόγος που τους έχουμε τόση εμπιστοσύνη όση και στους γνησίους ‘φιλάθλους’ της θύρας τάδε.

1 σχόλιο:

Απόστολος-Γεώργιος Ι. Σοφός είπε...

Δεν έπρεπε να υπάρχουν "στεγανά" μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα υγείας. Σωστή συνεργασία έπρεπε να υπάρχει και φυσικά ανοικτός δημόσιος έλεγχος...