Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Μετ' εμποδίων

Ξέρουμε όλοι τα συνηθισμένα εμπόδια που μπορεί να παρεμβαίνουν στο γράψιμο. Τον τρόμο της λευκής σελίδας. Την αμηχανία για το πώς ξεκινάς και πώς φτάνεις εκεί που θέλεις να πάς. Την ‘αφλογιστία’ της πέννας. Και τόσα άλλα. Τα γράφουν οι επί της γραφής ειδικοί στα εγχειρίδιά τους, τα συναντούμε κάθε τόσο μπροστά μας, όπως τότε που ως φοιτητές διαβάζαμε νοσολογία και σπεύδαμε να μεταφέρουμε συμπτώματα και νοσήματα στον εαυτό μας (ιδίως τα ψυχιατρικά...).
     Υπάρχουν όμως κι άλλα, πιο πρακτικά κωλύματα. Ας πούμε, το στυλό με την πολύ λεπτή μύτη που προκαλεί μια ανατριχίλα καθώς χαράζει σκληρά το πρόχειρο χαρτί (το Parker της τσέπης είναι το άλλο άκρο του φάσματος..., πολύ μαλακό και λείο). Και μια που το ’φερε η κουβέντα, συχνά το πληκτρολόγιο δεν με εμπνέει για το πρώτο σχεδίασμα ενός κειμένου. Άλλη είναι η σχέση με το κάθε είδους μολύβι: στέλνει σήματα στον εγκέφαλο, ενισχύει την κινητική μνήμη, σε παρακινεί να συνεχίσεις, σου δίνει ένα οπτικό feedback – τον προσωπικό γραφικό χαρακτήρα – που λειτουργεί ενθαρρυντικά. Λες και είναι πιο ζωντανές οι λέξεις που σχεδιάζονται – μια μορφή τέχνης – από εκείνες που απλώς τυπώνονται.
     Κι έπειτα είναι εκείνη η μνήμη, ή καλύτερα η ανεπάρκειά της. Πολύ θα ’θελα να φωτογραφίσω με λέξεις σκηνές της καθημερινότητας: χρώματα, πρόσωπα, ήχους, οσμές, κινήσεις, συναισθήματα, εκεί, επί τόπου, όπως τα προσλαμβάνω. Πιο δύσκολο είναι να τα πλάσω με το εργαλείο της φαντασίας. Την επόμενη στιγμή όμως έχουν φύγει (‘πτερόεντα’ όλα!) αφού πήγαμε παρακάτω, αλλάξαμε χώρο, γυρίσαμε σελίδα, δεν σταθήκαμε να καταγράψουμε την προηγούμενη. Όταν θα βρεθεί πρόσφορος χρόνος, οι μνήμες αυτές έχουν κιόλας διαγραφεί. Όπως και τα φάρμακα που έδωσα σε κάθε ασθενή, και οι λεπτομέρειες των εξετάσεών του ή της συζήτησης που κάναμε με τον καθένα τους: οι άλλοι βέβαια περιμένουν να τα έχω όλα αυτά σε πρώτο πλάνο στη RAM του εγκεφάλου μου, όπου διαγκωνίζονται μύρια όσα ετερόκλιτα θέματα για προτεραιότητα. Πού τέτοια ικανότητα;
     Διάβασα πρόσφατα στο περιοδικό ‘New Yorker’ ένα διήγημα του John Lanchester με τίτλο ‘Signal’ (‘Σήμα’), και απόλαυσα και λίγο ζήλεψα την έμπνευση, την πρωτοτυπία, τη χρήση της γλώσσας. Ένα τελείως μοντέρνο και απροσδόκητο μυστικό (που αποκαλύπτεται μόλις στο τέλος), μέσα σε μια περιρρέουσα καθαρά ‘γοτθική’ ατμόσφαιρα. Μια απόμακρη έπαυλη, ένας ψηλός άγνωστος που εμφανίζεται μυστηριωδώς κάθε τόσο, μικροί και μεγάλοι παίκτες σε ποικίλους ρόλους, μια περίεργη Πρωτοχρονιά, αλλά καθόλου βία, κανένα πτώμα, κατάλληλο και για ανηλίκους ακόμη. Πώς καταφέρνει να φτάσει τις εξήμισι χιλιάδες λέξεις με πλήρη και συγχρόνως οικονομική αφήγηση, ήρωες, διάλογο, πλοκή, σκηνικά, σασπένς; Σίγουρα όχι κάνοντας παράλληλα και κάτι άλλο.
     Το δεύτερο ανάγνωσμα της ημέρας, από το ίδιο περιοδικό είναι του Siddartha Mukherjee. Γνωστός γιατρός και συγγραφέας, καταπιάνεται με τη σχέση τεχνητής νοημοσύνης και ιατρικής και τη διαγνωστική ακρίβεια των υπολογιστών σε ειδικότητες που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εικόνες, όπως η ακτινολογία και η δερματολογία. Πόσο καλή είναι; Πόσο πετυχημένη; Θα μας αντικαταστήσουν τα κομπιούτερ μια μέρα; Ένα σωρό φιλοσοφικά ερωτήματα, μαζί με μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση και ανάλυση για το πώς τελικά μαθαίνουμε, πώς εκπαιδεύουμε τους νευρώνες και τις συνάψεις του μυαλού μας να αναγνωρίζουν εικόνες και να τις ερμηνεύουν. Θα μπορέσουμε ποτέ να κάνουμε μηχανές που θα πετυχαίνουν το ίδιο ή πρόκειται για ένα ονειρικό εγχείρημα επιστημονικής αλαζονείας και θράσους (η ‘ύβρις’ των αρχαίων ημών);
     Μέσα σε όλα αυτά η επίσκεψη της νεαρής Σοφίας, αποθεραπευμένης από την πρόσφατη πνευμονία της, και τα καλά της εργαστηριακά αποτελέσματα, φτιάχνουν μια μικρή όαση πραγματικότητας στην ατέλειωτη φαντασιακή Σαχάρα. Απαραίτητη και ευπρόσδεκτη συνάμα, όπως το τρεχούμενο νερό και οι χουρμαδιές για τους ταξιδιώτες της ερήμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: