Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Μνήμες θανάτων

Το τηλεφώνημα έρχεται από το μοναστήρι ‘το προς πρωί πρωί’, πάνω στο ξύρισμα. Η αδελφή Άννα εκοιμήθη. Αναμενόμενο, μια και τα προβλήματα της προχωρημένης ηλικίας (92 ετών) είχαν φθάσει σε κρίσιμο σημείο. Είχαμε συνεργασθεί παλιά, πριν προχωρήσει στη μοναστική ζωή, όταν ήταν έφορος στη Χριστιανική Φοιτητική Ένωση (στο Β΄ τμήμα) κι εγώ είχα τη θέση του γραμματέα (στο Α΄ τμήμα): άνθρωπος ‘πράος και ησύχιος’, πάντα προσηνής, ευγενική και ανοικτή σε γόνιμο διάλογο. Πριν λίγες μέρες την είχα δει τελευταία φορά για κάποιο αναπνευστικό πρόβλημα, που παροδικά ξεπεράσθηκε, για να επανέλθει. Θα πρέπει να την αποχαιρετίσω και ιατρικά. Έτσι κάνω μια γρήγορη επίσκεψη στη μονή, όπου τελείται η πρωινή Θεία Λειτουργία, για να συμπληρώσω το απαραίτητο πιστοποιητικό, την τυπική ‘άδεια εξόδου’ από τον παρόντα κόσμο με τη γραφειοκρατία του. Η συνέχεια αργότερα.
     Το πρωινό περιλαμβάνει και προγραμματισμένη οδοντιατρική εργασία. Μια και πρόκειται για κάτι εξειδικευμένο, βρίσκομαι σε νέο ιατρείο. «Δείτε σύμπτωση», μου λέει η οδοντίατρος, «ακριβώς σαν σήμερα πέθανε ο πατέρας μου, που τον βλέπατε στην κλινική: μας είχατε πάρει τότε στο γραφείο και μας είπατε ότι δεν θα πήγαινε πολύ». Έχουν περάσει μερικά χρόνια, δεν θυμόμουν τη συνάντηση αυτή. Τέτοιες αναδρομές στο παρελθόν έχουν μια γεύση χαρμολύπης: τα γεγονότα μπορεί να ήταν δύσκολα, αλλά όταν η αναφορά τους από τους οικείους γίνεται με τρόπο αγαπητικό, αφήνει μια αίσθηση ικανοποίησης, όχι εγωιστικής, αλλά καθαρά ανθρώπινης.
     Η εργασία τελειώνει, ευτυχώς με καλό αποτέλεσμα, και πηγαίνω στην κλινική. Δεν έχω προγραμματισμένη εργασία, αλλά μου ζητούν να δω έναν ασθενή. Το όνομα δεν μου είναι άγνωστο. Κι εδώ υπάρχει μια κόρη: πριν ένα χρόνο νοσήλευα τη μητέρα της (ήδη μακαρίτισσα) με καρκίνο στον πνεύμονα, τώρα έχει τον πατέρα της με την ίδια αρρώστια. Μυρίζει καπνό, και της το λέω. «Το είχα κόψει και το ξανάρχισα», μου λέει με κάποια ντροπή. Πόσο μπορεί κανείς να κρατάει τον ‘δήμιο’ της οικογένειας στα χέρια του;
     Επάνοδος στο μοναστήρι για την ιδιαίτερη εξόδιο ακολουθία εις μοναχούς. Κόσμος αρκετός, η ατμόσφαιρα κατανυκτική, η συμπροσευχή γύρω από τον τάφο υποβλητική, βοηθάει και ο καθαρός ουρανός και η μαλακή μέρα. Θυμάμαι ένα γνωμικό που διάβασα κάποτε: «Όταν ήρθες στον κόσμο, εσύ έκλαιγες και όλοι οι άλλοι γελούσαν. Είθε όταν θα φεύγεις από τον κόσμο να χαμογελάς, έστω κι αν όλοι οι άλλοι γύρω σου θα κλαίνε». Εδώ δεν υπάρχουν κλάματα, και το πρόσωπο της αδελφής Άννας έχει εκείνο το ελάχιστο ίχνος σοβαρού μειδιάματος που γνωρίζαμε πάντα στην έκφρασή της. «Και στα δικά μας!» εύχεται ένας από τους πατέρες. Αμήν. 

1 σχόλιο:

Λήμνος είπε...

Αιωνία η μνήμη της ηγαπημένης Αναστασίας-Άννης μοναχής!
Της οφείλουμε πολλά, όσες είχαμε τη χαρά και την τιμή να βρεθούμε στα φοιτητικά μας χρόνια κοντά της, στην ΧΦΕ Θεσσαλονίκης!