Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Έκθεση

Δεν πρόκειται για το γνωστό σχολικό μάθημα με το οποίο δοκιμάσαμε για πρώτη φορά τις ικανότητές μας στον γραπτό λόγο. Την εποχή αυτή κάθε χρόνο ξαναγυρίζουμε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Σήμερα δεν μας απασχολεί τόσο ως θέαμα και διασκέδαση, αλλά ως χώρος προς αποφυγήν (λόγω κυκλοφοριακού συνωστισμού και αρένας πολιτικών και συνδικαλιστικών αντιπαραθέσεων) και βήμα παρουσίασης υποσχέσεων και προγραμμάτων και εξαγγελιών που θα τροφοδοτήσουν τα δελτία ειδήσεων και θα αποτελέσουν μέτρο κρίσεως των ομιλούντων στο εγγύς μέλλον.
     Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Ίσως είναι δείγμα της παρόδου της ηλικίας να θέλει κανείς να ξαναγυρίζει στα παιδικά του χρόνια και να αναπολεί τις επισκέψεις στη ΔΕΘ υπό την απλόχερη ‘αιγίδα’ του θείου Γρηγόρη. Τι μας τραβούσε τότε εκεί; Πυροτεχνήματα, ακροβατικά, κόσμος, φασαρία, σάντουιτς με λουκάνικα, και σακκούλες γεμάτες από πολύχρωμα έντυπα κάθε είδους. Γιατί τα μαζεύαμε άραγε; Τότε το πολύχρωμο χαρτί δεν ήταν καθημερινή εμπειρία, και μας έκανε, φαίνεται, εντύπωση, χωρίς να μας απασχολεί ιδιαίτερα τι παρουσίαζε. Λίγο αργότερα το ενδιαφέρον μας μεταφερόταν στον υπόγειο χώρο του Παλαί ντε Σπορ, όπου υπήρχε έκθεση αυτοκινήτου, το λεγόμενο Salon d’ Auto (τότε η γαλλική ήταν στη μόδα).
     Σιγά-σιγά η Έκθεση άλλαξε, και μαζί αλλάξαμε κι εμείς. Η πρώτη γέννησε τις επιμέρους κλαδικές εκθέσεις που είναι διάσπαρτες όλο το χρόνο, κι έχασε έτσι τον μεγάλο και συλλογικό χαρακτήρα της. Τα δικά μας ενδιαφέροντα έγιναν πιο ειδικά, και όλες οι έκτακτες εμπειρίες που έγραψα παραπάνω έγιναν καθημερινά γεγονότα. Τηλεόραση και διαδίκτυο μας έχουν δείξει τα πάντα, και το πολύχρωμο χαρτί μας βομβαρδίζει παντού, από τα γραμματοκιβώτια των σπιτιών μέχρι τα φανάρια των δρόμων. Τα μάθαμε όλα, τα συνηθίσαμε όλα, έπαψαν να μας ξαφνιάζουν, χάσαμε και την αθώα περιέργεια της παιδικής ηλικίας. Περάσαμε στην πλησμονή, τον κυνισμό, τη διαμαρτυρία, την αντίδραση, τη διεκδίκηση, λες και μας χρωστούν και θα μας χρωστούν για μια ζωή.
     Μια από τις μνήμες της εποχής εκείνης είναι και το παλιό, καλό φεστιβάλ τραγουδιού, συνώνυμο σχεδόν με τον παρουσιαστή του, τον μακαρίτη Άλκη Στέα. Τραγούδια όπως ‘Το παλιό κανόνι’, ‘Αν ήμουν πλούσιος’, ‘Μπαρμπα-Λιάς’, ‘Ποιος να ξέρει στο βλέμμα του πίσω τι κρύβει ο Θεός για μας’ είναι από εκείνα που κατά καιρούς βραβεύτηκαν, με ποιοτική μουσική και όχι σπάνια στίχους με ουσία και περιεχόμενο. Απ’ όλα αυτά ας θυμηθούμε εδώ το διαχρονικά επίκαιρο τραγούδι του Δώρου Γεωργιάδη, που χάρισε το βραβείο στην Άννα Βίσση, το 1977:
‘Πότε θ’ ανοίξουμε μια πόρτα στην καρδιά μας,
Να νιώσουμε όλα τα άδικα δικά μας;
Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή.
Ποιος ξέρει αύριο η μέρα τι θα φέρει,
Κι αν η καρδιά να συγχωράει δεν ξέρει,
Κι αν θα γενούν πατρίδα μας όλης της γης τα μέρη,
Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή’.

2 σχόλια:

Απόστολο είπε...

Τι μας θυμίσατε τώρα! Έτσι ακριβώς ήταν. Και η Έκθεση και το Φεστιβάλ και ο Αλκης Στέας και τα τραγούδια και το κλίμα. Μας λείπει. Μνήμες και πάλι μνήμες. Να ακούνε οι νέοι που δεν έχουν παρόμοιες εμπειρίες και όσοι θεωρούν ότι δεν υπήρχε κάτι διαφορετικό το οποίο συγκινούσε και καλλιεργούσε το κοινό. Δυστυχώς, από τις αρχές της δεκαετίας του '80 με μανία ξηλώνονταν αυτά. Όχι τα μόνα άλλωστε. Τώρα, με το φανάρι να αναζητάς ορατά στηρίγματα.

Λήμνος είπε...

Πολύ νοσταλγική αναδρομή!