Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Στενά παπούτσια

Η ιδέα είναι και των δυο μας--τα μεγάλα πνεύματα που λέμε συνήθως με αυτάρεσκη μετριοφροσύνη: ένας απογευματινός περίπατος. Έχω ένα μόνο ραντεβού στο γραφείο, σχετικά αργά, έχω περάσει αρκετή ώρα (γιατί δεν είμαι ειλικρινής; πληθυντικός χρειάζεται) στον υπολογιστή, ευκαιρία για λίγο περπάτημα ώστε να είμαι εκεί στην ώρα μου με άνεση. Ο καιρός ιδανικός, ούτε ζέστη ούτε κρύο. Δεν χρειάζομαι τσάντα--μεγάλη υπόθεση το μειωμένο βάρος. Όπως θα έλεγαν οι Γερμανοί, ‘gesagt, getan’. Άνετα ρούχα, ένα ζευγάρι μαλακά παπούτσια που έχω καιρό να φορέσω, αλλαγή από τα πέδιλα που μέχρι τώρα μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον μου. Λίγο στενά τα βρίσκω, αλλά δεν είναι καινούργια, θα ‘ανοίξουν’ με το βάδισμα. Έτοιμοι, πάμε.
      Παίρνουμε δρόμους διαγώνιους, ασυνήθιστους, για να μειώσουμε την απόσταση, να αποφύγουμε τον πολύ θόρυβο και να κάνουμε πιο πρωτότυπη τη διαδρομή. Πολλοί γνωστοί σαν ονόματα, άλλοι, παράπλευροι, πρωτοεμφανίζονται. Προσπερνούμε τα έργα του μετρό και το μαύρο πανώ που κρέμεται στην πρόσοψη μιας οικοδομής: ‘Κύριε Πρωθυπουργέ, έλα να δεις πώς μας κατέστρεψε η Αττικό Μετρό’. Κι αυτοί δίκιο έχουν. Ποιος ξέρει πόσο θα πάει ακόμη αυτή η υπόθεση; Θα ζούμε άραγε για να το χρησιμοποιήσουμε κάποτε; Λίγο παραπέρα οι δρόμοι μας χωρίζουν, αποχαιρετώ το έτερον ήμισυ και συνεχίζω με ταχύτερο βήμα. Δέκα λεπτά ακόμη, μισή ώρα το σύνολο, pas mal. Κι εκεί που έλεγα ότι δεν με ενόχλησαν οι συνήθεις ύποπτοι (η μέση μου, το δεξί ισχίο), νιώθω τα μικρά δάχτυλα των ποδιών να διαμαρτύρονται ενοχλητικά. Ευτυχώς έχω φτάσει.
     Με το που κάθομαι στην πολυθρόνα τα πράγματα ηρεμούν, αλλά έχω ακόμη τη δυσάρεστη επίγνωση ότι τα στενά παπούτσια δεν ήταν η καλύτερη επιλογή. Η ανάπαυση, ο περισπασμός με την εργασία και με ένα παζλ που λύνω στον υπολογιστή με κάνουν και ξεχνώ την υπόθεση, μέχρι που έρχεται η ώρα να φύγω. Τι γίνεται τώρα; Πώς πάνε μέχρι τη στάση του λεωφορείου; Να πάρω ταξί; Δεν μου έρχεται καλά. Θυμούμαι τα διδάγματα του Πωλ Μπραντ: πόση σημασία έδινε στα σωστά παπούτσια για να μη πληγώνονται τα αναίσθητα δάχτυλα των λεπρών ασθενών του, αλλά και πόσο εκθείαζε την συνήθως ανεπιθύμητη αίσθηση του πόνου που μας προειδοποιεί και μας προφυλάσσει από τις καθημερινές τριβές. Αποφασίζω τελικά να βαδίσω. Μικρή η απόσταση, αλλά όπως γράφει μια σύγχρονη φιλόσοφος, η Havi Carel, αυτό ισχύει όταν όλα πάνε καλά και το σώμα δουλεύει με αόρατο τρόπο. Μόλις κάτι δυσλειτουργεί, εμφανίζεται στο προσκήνιο σαν μια βασανιστική πραγματικότητα που απαιτεί την προσοχή μας και μας αναγκάζει να αλλάξουμε τακτική. Τα διακόσια μέτρα γίνονται μερικά χιλιόμετρα όταν κάθε βήμα κάνει τα μικρά δάχτυλα να καίνε. Δεν φτάνω να κουτσαίνω (άλλωστε και τα δυο πόδια πάσχουν σχεδόν εξίσου), αλλά περπατώ όσο γίνεται πιο προσεκτικά (πάνω σε αυγά, όπως θα λέγαμε). Ευτυχώς το λεωφορείο δεν αργεί, κι ευτυχώς βρίσκω άδεια θέση και κάθομαι με ευγνωμοσύνη. Μικρό διάλειμμα, μεγάλη ανακούφιση.
      Η δοκιμασία επαναλαμβάνεται από τη στάση στο σπίτι--ίδια απόσταση περίπου. Υπό άλλες συνθήκες θα ολοκλήρωνα την άσκηση ανεβαίνοντας τις σκάλες. Σήμερα και μόνη η σκέψη είναι εφιάλτης. Επιτέλους, στην άνεση του σπιτιού βγάζω βιαστικά τα ένοχα παπούτσια. Τα δυο δάχτυλα σε κάθε πλευρά έχουν μια οργισμένη κόκκινη όψη, στο ένα έχει ήδη σχηματισθεί και μια φουσκάλα. Κρύο νερό, λίγη αλοιφή, ξυπόλητος το υπόλοιπο βράδυ. Μάθημα για το μέλλον. Κι όπως θα κατέληγε και πάλι ο Μπραντ, δόξα τω Θεώ για τον πόνο!

2 σχόλια:

Παύλος Νταφ. είπε...

Ως παθών από άβολα και στενά παπούτσια ενθουσιάστηκα από την αναφορά σε αυτόν τον ευλογημένο πόνο, αλλά και τόσο αχρείαστο. Ειδικά όταν εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε τα παπούτσια, όχι χάριν ανανέωσης, αλλά λόγω εμφάνισής τους(γάμοι κ.ά) είναι εκνευριστικό. Καταλαβαίνω έως ζηλεύω τους χειρουργούς - νοσηλευτές με τα σαμπώ. Να σημειώσω πως οι παλιοί στρατιωτικοί ψυχίατροι αναφέρονταν στο "τραύμα της υπόδησης", γιά όσους είχαν συνηθίσει αλλιώς (ξυπόλητοι, σαγιονάρες, αθλητικά, πέδιλα κτλ).

Α. Παπαγιάννης είπε...

Επιτέλους, Παύλε, έγραψα και κάτι που προφανώς σε άγγιξε στο πιο ευαίσθητο σημείο, αφού κάθισες και έγραψες σχόλιο! Εφτά χρόνια χρειάστηκαν για νάρθει αυτή η μέρα, αλλά χαλάλι!