Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Απαγορευτικό



Το επίθετο ‘απαγορευτικός’ έχει γίνει της μόδας τα τελευταία χρόνια και ξεφυτρώνει σε προφορικό και γραπτό δημόσιο λόγο, συνήθως ακαίρως και λανθασμένα. ‘Απαγορευτικός’ σημαίνει αυτός που απαγορεύει, όπως π.χ. ‘εκδόθηκε απαγορευτικό σήμα από το Λιμεναρχείο για τα πλοία’. Δεν σημαίνει ‘απαγορευμένος’, αυτός δηλ. που απαγορεύεται π.χ. από τον νόμο. Παρόλα αυτά συνηθέστερα το συναντούμε με την δεύτερη, εσφαλμένη σημασία.
     Αφορμή για τις σκέψεις αυτές έδωσε η πρόσφατη ανάγνωση (σχετικά με την παραίτηση του υφυπουργού Κ. Κουκοδήμου) στην Καθημερινή (1/9/2014) ότι ‘[τα οικονομικά προβλήματα των επιχειρήσεών του] καθιστούσαν ουσιαστικά απαγορευτική την παραμονή του στο κυβερνητικό σχήμα’. Στη φράση αυτή (δεν γνωρίζω αν ήταν του βουλευτή ή της εφημερίδας) το ‘απαγορευτική’ χρησιμοποιείται με την τελείως λανθασμένη έννοια του ‘αδύνατη’. Επιτέλους, αν πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη, ας ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε να πούμε. Αλλιώς, ας βάλουμε ένα ‘απαγορευτικό’ στον λόγο μας.
[Δημοσιεύθηκε σήμερα στην Καθημερινή]

Δεν υπάρχουν σχόλια: