Παρασκευή 8 Μαρτίου 2024

Τιμή και υποκρισία

Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας σήμερα. Ας αγνοήσουμε το κοινότυπο σλόγκαν ότι θυμόμαστε τις γυναίκες μόνο μία μέρα και τις ξεχνάμε όλες τις υπόλοιπες. Χρέος μας είναι να σεβόμαστε, να τιμούμε και να αναγνωρίζουμε τις γυναίκες στους διάφορους ρόλους τους: ως συζύγους, μητέρες, αδελφές, κόρες, συναδέλφους και συνεργάτιδες, ως πρόσωπα άξια σεβασμού, τιμής και αναγνώρισης, που σέβονται πρώτα τον εαυτό τους και στη συνέχεια τους ανθρώπους γύρω τους.

     Πολλές εκδηλώσεις και αναφορές γίνονται την ημέρα αυτή, άλλες ουσιαστικές και άλλες επιπόλαιες. Ας σταθούμε σε κάτι που δεν γίνεται. Στις αναρτημένες στα περίπτερα εφημερίδες βλέπουμε, κοντά στις ειδησεογραφικές, και μια σειρά ολόκληρη από πολύχρωμες φυλλάδες, τα πρωτοσέλιδα των οποίων είναι ‘διακοσμημένα’ με φωτογραφίες γυναικών σε διάφορα στάδια απέκδυσης (για να το θέσουμε ευπρεπώς). Συχνά οι φωτογραφίες είναι άσχετες με τους παρακείμενους τίτλους, ενώ άλλοτε οι τίτλοι μπορεί να είναι πιο ‘αποκαλυπτικοί’ από φωτογραφίες, πάντα με στόχευση τις γυναίκες. Δεν έχουμε δει καμιά αντίδραση ή ακτιβισμό απέναντι στο φαινόμενο αυτό, που βέβαια υπάρχει εδώ και δεκαετίες: ούτε από τις γυναίκες που εικονίζονται, ούτε από πρόσωπα και φορείς που κάθε τόσο επισημαίνουν τα δικαιώματα των γυναικών, τις ανισότητες εις βάρος τους, τον κάθε είδους διασυρμό ή κακομεταχείρισή τους. Θα περιμέναμε πρώτα από τον Τύπο (που συνήθως είναι λαλίστατος στα θέματα αυτά) να βάλει έναν φραγμό σ’ αυτού του είδους την καταχρηστική εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος (περί αυτού πρόκειται). Για να μην αναφερθούμε σε ευθύνες σε ανώτερο επίπεδο. Αλλά βέβαια μια τέτοια ενέργεια θα χαρακτηριζόταν ως λογοκρισία, σεμνοτυφία και πουριτανισμός. Πώς ακριβώς τιμούν τις γυναίκες όλα αυτά τα έντυπα με τις απεικονίσεις τους; Και πώς αυτού του είδους η ‘τιμή’ γίνεται αποδεκτή από τους συνηγόρους και υπερμάχους των γυναικών;

     Υπάρχει ένα αρχαίο ρητό που λέει ότι «ἐκ τοῦ ὁρᾶν τίκτεται τὸ ἐρᾶν» (από την θέα γεννάται η επιθυμία). Όταν εκθέτουμε κάτι σε κοινή θέα, προκαλούμε την επιθυμία του. Και αν μεν πρόκειται για άψυχο αντικείμενο, η επιθυμία μπορεί να ωθήσει τον θεατή να το αποκτήσει με κάποιον τρόπο, θεμιτό ή ενδεχομένως και αθέμιτο. Όταν όμως ‘αντικείμενο’ είναι το γυμνό ανθρώπινο σώμα, η διεγειρόμενη επιθυμία μπορεί να οδηγήσει κάποιους σε συμπεριφορά παρενόχλησης (ή και τίποτε χειρότερο), που δεν θα στραφεί προς το χαρτί της φωτογραφίας αλλά προς κάποιο προσιτό γυναικείο πρόσωπο, που βέβαια δεν θα έχει καμία σχέση με τη φωτογραφία. Τονίζουμε το σημείο αυτό, για να μη θεωρηθεί ότι ενοχοποιούμε το τυχόν θύμα. Στις περιπτώσεις αυτές, άλλος φταίει και άλλος πληρώνει.  

     Όλα αυτά δυστυχώς παραβλέπονται συστηματικά από τους θιασώτες της κακώς νοούμενης ελευθερίας, είτε αυτοχαρακτηρίζονται ως προοδευτικοί είτε ως συντηρητικοί. Όλοι αυτοί μπορεί να κόπτονται για το αν η γυναικοκτονία θα αναγνωρισθεί ως ιδιαίτερη μορφή εγκλήματος, αρνούνται όμως να κοιτάξουν κάποιες από τις ρίζες του φαινομένου. Όπως όμως διαβάζουμε στην ασκητική γραμματεία, δεν γίνεται να θέλεις να θανατώσεις ένα λιοντάρι και συγχρόνως να του δίνεις τροφή. Και στο θέμα αυτό, όπως και σε τόσα άλλα, το μόνο που αναδεικνύουμε είναι η υποκρισία μας. Ακόμη και στην τιμή προς τις γυναίκες.

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024

Συγκρίσεις

Ακούσαμε κατ’ επανάληψιν τον τελευταίο καιρό το ‘απόφθεγμα’ ότι «η Πολιτεία νομοθετεί, όχι η Εκκλησία». Κι αυτό ήταν το πιο αθώο από τα λεχθέντα από διάφορα πολιτικά πρόσωπα, που έσπευσαν να αποδώσουν «τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι», ενώ «τὰ τοῦ Θεοῦ» τα απέκλεισαν από την συζήτηση. Σωστό είναι βέβαια το απόφθεγμα κατά το πρώτο μέρος του. Λησμονούν όμως οι αποφθεγγόμενοι ότι ο βίος της Ελληνικής Πολιτείας μόλις έκλεισε τα διακόσια του χρόνια, ενώ εκείνος της Εκκλησίας φθάνει τις δυο χιλιετίες. Πόσοι άρχοντες κάθε λογής πέρασαν από τις ποικίλες κοσμικές καρέκλες και καθέδρες; Πόση ήταν η διάρκεια δημόσιας ζωής και το ‘αποτύπωμα’ του καθενός απ’ αυτούς; Πόσες χιλιάδες νομοθετήματα, διατάγματα, εγκυκλίους, αποφάσεις, φιρμάνια εξέδωσαν όλοι αυτοί, πόσα από αυτά εφαρμόσθηκαν και πόσα άντεξαν πάνω από μερικές δεκαετίες (στην καλύτερη περίπτωση); Αλήθεια, πόσους και πόσα θυμάται και τιμά ο κόσμος;

     Ας δούμε λίγο και την άλλη πλευρά. Επί δυο χιλιάδες χρόνια το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού λατρεύεται καθημερινά σε αμέτρητες εκκλησίες ανά τον κόσμο. Τα λόγια του ακούγονται και διαβάζονται σε όλες τις γλώσσες του κόσμου από πλήθη ανθρώπων, χωρίς διακοπή, επί είκοσι αιώνες. Χωρίς να αλλοιώνονται, χωρίς να ‘προσαρμόζονται’ ή να ‘εκσυγχρονίζονται’ όπως τα ανθρώπινα νομοθετήματα. Άλλωστε, οι συχνές αλλαγές των νόμων αποδεικνύουν απλώς την ατέλειά τους. Το Ευαγγέλιο όμως δεν έχει ανάγκη αναθεώρησης ή εκσυγχρονισμού. Οι άνθρωποι πρέπει να προσαρμοσθούν σ’ αυτό, και όχι το αντίστροφο. Χωρίς καταναγκασμό βέβαια, με βάση την ελεύθερη βούλησή τους, που είναι σεβαστή και απαραβίαστη ακόμη και από τον Θεό. Η ελευθερία όμως συνεπάγεται και αποδοχή των ευθυνών και των συνεπειών της επιλογής του καθενός. Και πρέπει να πιστεύει κανείς την ορθότητα της επιλογής του και να ζει σύμφωνα με αυτήν.

     Η Εκκλησία βέβαια στη μακρά ιστορία της δέχθηκε και ύβρεις και απειλές και πολέμους και διωγμούς, χωρίς να υποστεί τον θάνατο που επεδίωκαν οι διώκτες της ή να υποστείλει την πίστη και το κήρυγμά της. Και αξίζει να θυμόμαστε πάντοτε, και ιδίως όταν εκδηλώνονται αρνητικές διαθέσεις απέναντί της, τα αθάνατα λόγια του ιερού Χρυσοστόμου: «Οὐδὲν Ἐκκλησίας δυνατώτερον, ἄνθρωπε. Λῦσον τὸν πόλεμον, ἵνα μὴ καταλύσῃ σου τὴν δύναμιν· μὴ εἴσαγε πόλεμον εἰς οὐρανόν. Ἄνθρωπον ἐὰν πολεμῇς, ἢ ἐνίκησας, ἢ ἐνικήθης. Ἐκκλησίαν δὲ ἐὰν πολεμῇς, νικῆσαί σε ἀμήχανον· ὁ Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ πάντων ἰσχυρότερος... Πόσοι τύραννοι ἠθέλησαν περιγενέσθαι τῆς Ἐκκλησίας; πόσα τήγανα; πόσοι κάμινοι, θηρίων ὀδόντες, ξίφη ἠκονημένα; καὶ οὐ περιεγένοντο. Ποῦ οἱ πολεμήσαντες; Σεσίγηνται καὶ λήθῃ παραδέδονται. Ποῦ δὲ ἡ Ἐκκλησία; Ὑπὲρ τὸν ἥλιον λάμπει. Τὰ ἐκείνων ἔσβεσται, τὰ ταύτης ἀθάνατα».

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2024

Ξώφαλτσα

 Πρόσφατα απασχόλησε την πολιτική επικαιρότητα το συνέδριο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τις αψιμαχίες τέως και νυν αρχηγών και στελεχών και άλλα κομματικά αθλήματα. Χωρίς κανένα ιδιοτελές συμφέρον στα εσωτερικά ή τα εξωτερικά του ΣΥΡΙΖΑ σημειώνουμε εδώ κάποια γενικά σχόλια.

     Ας υποθέσουμε ότι μια ποδοσφαιρική ομάδα που στην προηγούμενη σαιζόν είχε πάρει το πρωτάθλημα, στην αμέσως επόμενη βρίσκεται πολύ πίσω από την πρώτη θέση και ο προπονητής της, υπό το βάρος της βαριάς αποτυχίας, παραιτείται. Εκεί που η ομάδα σκέφτεται πώς θα προχωρήσει, εμφανίζεται ένας άγνωστος που μέχρι χθες δεν έπαιζε καν ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο και διεκδικεί την τεχνική ηγεσία της ομάδας. Υπάρχει περίπτωση η ομάδα αυτή να προσλάβει ένα τέτοιο πρόσωπο και να ελπίζει ότι έτσι θα ανακτήσει το χαμένο έδαφος;

     Αυτό που δεν διανοείται να κάνει μια ποδοσφαιρική ομάδα το έκανε ένα πολιτικό κόμμα του πιο έξυπνου λαού του κόσμου (κατά τη δική του εκτίμηση). Ήρθε στην Ελλάδα κάποιος που είχε ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε άλλη χώρα, που καλά-καλά δεν γνώριζε τη γλώσσα και τα πολιτικά ήθη του τόπου. Με τον ερχομό του εδώ έθεσε υποψηφιότητα για την ηγεσία του κόμματος της χώρας, με δηλωμένη την φιλοδοξία του να γίνει και… πρωθυπουργός. Η εμφάνιση ενός νεοφυούς προσώπου στην πολιτική σκηνή προκάλεσε ανάμικτες αντιδράσεις.  Κάποιοι τη χαιρέτισαν ασμένως, ελπίζοντας ότι θα δώσει ‘νέο αίμα’ σ’ ένα κόμμα που κόντευε να πέσει σε… κώμα μετά την πρόσφατη εκλογική συντριβή του. Άλλοι την είδαν με έκπληξη και με καχυποψία, ως απειλή για τον παραδοσιακό χαρακτήρα του κόμματος και για την παλαιά φρουρά (και δεν φαίνεται να έπεσαν έξω).

     Τι πιθανότητες θα υπήρχαν να αποδεχθεί η μέχρι τότε άρχουσα τάξη του κόμματος τον παρείσακτο; Η πολιτικά υγιής αντίδραση θα ήταν να του πει: «Από πού μας ξεφύτρωσες εσύ;» και να του δείξει την έξοδο με συνοπτικές διαδικασίες. Τώρα, εκ των υστέρων και με χαρακτηριστικά ρωμέικο τρόπο, έχοντας κάνει ακριβώς τα αντίθετα, το άλλοτε κυβερνών κόμμα συνειδητοποιεί τι του συμβαίνει και ψάχνει να βρει κάποια λύση, έχοντας ήδη χάσει ένα σημαντικό μέρος των στελεχών του.

     Από την άλλη, πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο της αποπομπής. Για να κλείσουμε με την ποδοσφαιρική παρομοίωση με την οποία ξεκινήσαμε, ξέρουμε από πείρα ότι υπήρξαν προπονητές που έγιναν δεκτοί μετά φανών και λαμπάδων και έφυγαν με το επόμενο αεροπλάνο μόλις η ομάδα έχασε το πρώτο παιχνίδι στην επόμενη αγωνιστική περίοδο. Ίδωμεν.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

Ανεύθυνες άδειες

Συμπληρώθηκε ήδη ένας χρόνος από τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών, και φυσικά η μνήμη του ανήκουστου αυτού συμβάντος είναι στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητος. Με την αφορμή αυτή πληθαίνουν τα δημοσιεύματα και οι συζητήσεις για τις ευθύνες που φέρουν τόσο το κράτος όσο και άλλοι φορείς, δημόσιοι ή ιδιωτικοί, για τις υπηρεσίες που επιτελούν. Συνειρμικά ανασύρω από το αρχείο μια άλλη είδηση της ίδιας εποχής. Διαβάζω στην ‘Καθημερινή’ (5/3/23) ότι η αστυνομία εκείνες τις μέρες είχε εξαρθρώσει ένα ευρύ κύκλωμα έκδοσης παρανόμων αδειών οδήγησης (ακόμη και βαρέων οχημάτων) και άλλων πιστοποιητικών. Είχαν συλληφθεί 11 άτομα (ο προϊστάμενος και τρεις υπάλληλοι Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Περιφερειακής Ενότητας, καθώς και 7 ιδιοκτήτες και υπάλληλοι σχολών οδηγών), ενώ η δικογραφία περιλάμβανε και καμιά διακοσαριά ακόμη άτομα.

     Δεν θυμούμαι να διάβασα αργότερα κάτι για τη συνέχεια της υπόθεσης. Οπωσδήποτε είναι σημαντικό το ότι εξαρθρώθηκε το δίκτυο αυτό (ήταν/είναι άραγε το μόνο ανάλογο στη χώρα;). Νομίζω όμως ότι το κοινό δικαιούται να πληροφορηθεί αν αποδόθηκαν οι πρέπουσες ευθύνες (και ποινές) σε ανθρώπους που για μερικά χιλιάρικα έδιναν σε άτομα χωρίς επαρκή εκπαίδευση και αξιολόγηση άδειες για να οδηγούν νταλίκες με επικίνδυνα φορτία ή λεωφορεία με μαθητές, εργαζόμενους, εκδρομείς ή πολίτες που μετακινούνται καθημερινά, και μάλιστα σε δρόμους με πολύ περισσότερη κίνηση. Να υποθέσουμε ότι ακόμη δεν έχει εκδικασθεί η υπόθεση; 

[Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 1/3/2024]

Σημ. Το σημείωμα είχε αναρτηθεί και πέρυσι. Ωστόσο καλό είναι να μην ξεχνάμε κάποια πράγματα.