Ο Ηρόδοτος είχε χαρακτηρίσει τον πόλεμο ‘πατέρα πάντων’. Ίσως έτσι να είναι, όταν βλέπει κανείς τα πράγματα με την άνεση της ιστορικής απόστασης και της εκ των υστέρων γνώσης των απωτέρων αποτελεσμάτων, χωρίς να τον βιώνει στο πετσί του. Ποτέ όμως, χίλιες φορές ποτέ, χωρίς εξαιρέσεις, ένας πόλεμος δεν είναι ευχάριστος. Μπορεί ο ενθουσιασμός να συνεπαίρνει έναν λαό που αναγκάζεται να αμυνθεί απέναντι σε μια ξένη προσβολή (το δικό μας 1940 αποτελεί το πρόχειρο παράδειγμα), όμως οι ψυχές των ανθρώπων δοκιμάζονται «ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ» δεινών [Λουκ. 21:26], από την αγωνία αν θα ξημερώσουν αύριο ζωντανοί και αρτιμελείς, αν οι δικοί τους άνθρωποι θα επιζήσουν είτε στα πεδία των μαχών είτε στα μετόπισθεν, αν θα έχουν ακόμη σπίτια και πόλεις και περιουσίες. Τίποτε καλό δεν προκαλεί ένας πόλεμος, παρά μόνο θανάτους, καταστροφές και μίση και πικρίες, που θα αποτελέσουν σπέρματα για τη διαιώνιση του κακού.
Ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος δίνει μια απλή απάντηση στο ερώτημα: «Πόθεν πόλεμοι καὶ μάχαι ἐν ὑμῖν;», ερωτώντας ρητορικά: «Οὐκ ἐντεῦθεν ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς μέλεσιν ὑμῶν;» [Ιάκ. 4:1] Η λέξη ηδονή δεν χρησιμοποιείται εδώ με τη στενή έννοια που της αποδίδουμε συνήθως, αλλά με τη σημασία της κάθε είδους άπληστης και ακόρεστης επιθυμίας, που επιδιώκει την ικανοποίησή της με κάθε μέσο, ακόμη και με τη βία. Έτσι, μπορεί η επιθυμία να αναφέρεται σε εδάφη, σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, σε εξουσία και κυριαρχία και σε δημιουργία μιας υστεροφημίας, που συχνά βέβαια είναι τελείως αρνητική: εκείνος που προκαλεί έναν πόλεμο γράφει το όνομά του στην ιστορία με κατάμαυρα και αιμοσταγή χρώματα. Και με βάση τα όσα μαθαίνουμε στις μέρες μας, οι πόλεμοι δεν έχουν μόνο φυσικούς αυτουργούς, αλλά και ηθικούς και οικονομικούς, εκείνους που εξωθούν άλλους σε πολέμους για την εξυπηρέτηση δικών τους συμφερόντων και τον πορισμό τεραστίων κερδών. Υπό το πρίσμα αυτό, οι τελευταίοι διαπράττουν ακόμη μεγαλύτερο έγκλημα, αφού δεν κάνουν τίποτε ουσιαστικό για την ειρήνευση αλλά «συνευδοκοῦσι τοῖς πράσσουσι».
Επειδή είναι βέβαιο ότι αυτοί οι ηθικοί αυτουργοί δεν έχουν δοκιμάσει την ανασφάλεια και τον διαρκή φόβο του αδόκητου και βίαιου θανάτου ή σοβαρού τραυματισμού, θα μπορούσαν να υποβληθούν σε μια πρακτική δοκιμασία. Ας φαντασθούμε λοιπόν ότι κλείνουμε τους ηγέτες που πρωτοστατούν σε πολεμικές συγκρούσεις – διαλέξτε όποιους θέλετε από την εποχή μας – για μερικές μέρες και νύχτες σε μια πρόχειρη πλινθόκτιστη πόλη (όχι σε κάποιο υπόγειο αντιπυρηνικό καταφύγιο) και τους λέμε ότι ανά πάσα στιγμή η πόλη θα βομβαρδίζεται απροειδοποίητα. Μπορεί να περνούν πολλές ώρες ή και μέρες (και νύχτες) χωρίς να συμβαίνει τίποτε, αλλά σε ακανόνιστα διαστήματα θα σκάζουν γύρω τους ‘βόμβες’ (δεν χρειάζεται να είναι φονικές· αρκεί να προκαλούν κρότο και λάμψη, καπνό και σκόνη, αλλά αυτό δεν τους το λέμε). Πόσο άραγε θα μπορέσουν να αντέξουν σε μια τέτοια ατμόσφαιρα; Και όταν βγουν, σε άγνωστο γι’ αυτούς χρόνο, από τη δοκιμασία, θα έχουν τις ίδιες φιλοπόλεμες διαθέσεις όπως πριν;
Απομένει να βρεθεί ποιος θα οργανώσει και θα διεξαγάγει το τεστ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου