Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2019

Τρίτη ηλικία

Ημέρα Τρίτη, και πρώτη του μηνός, αφιερωμένη, λέει, στην τρίτη ηλικία. Κάτι που κάποτε το βλέπαμε ως μακρινό μέλλον, τώρα συνειδητοποιούμε ότι μας πλησιάζει με ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα. Άκουσα το πρωί κάποιες ενδιαφέρουσες σκέψεις στο ραδιόφωνο, που μου έδωσαν αφορμή για να ανασύρω κι άλλες δικές μου, που κατά καιρούς πέρασαν στη μνήμη. Αναγκαστικά όλες μαζί θα ξεχειλώσουν τα όρια ενός σύντομου σημειώματος.
     Συνάντησα για πρώτη φορά την γηριατρική ως ιατρική ειδικότητα στα χρόνια της εκπαίδευσής μου στη Βρετανία. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν το διαφορετικό όριο εισδοχής στα αντίστοιχα τμήματα σε διάφορα νοσοκομεία. Αλλού άρχιζαν από τα 75, αλλού από τα 80, και κάποιοι πιο ‘δύσκολοι’ δεν δέχονταν ασθενή κάτω από 85 ετών. Στην πράξη διαπίστωσα ότι αυτό είχε να κάνει με τον αριθμό των ασθενών που θα ήταν αναγκασμένο το τμήμα να πάρει αν άλλαζε το όριο. Ακόμη, σχετιζόταν και με τις εξειδικευμένες παρεμβάσεις που μπορούσαν να γίνουν αν ένας συγκεκριμένος ασθενής είχε ιδιαίτερα προβλήματα π.χ. συχνές πτώσεις. Ερχόμενος στην Ελλάδα πολύ γρήγορα είδα ότι η μέση ηλικία των παθολογικών ασθενών περνούσε τα 80, ενώ τα 90 έχουν γίνει πλέον συνηθισμένα και εν πολλοίς προσδοκώμενα.
     Είναι αυτό καλό ή κακό; Εξαρτάται από πολλά πράγματα. Στη θετική πλευρά θα βάλει κανείς τη γενική βελτίωση της υγείας και των συνθηκών ζωής που αύξησαν την επιβίωση και βελτίωσαν σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα της ζωής, τουλάχιστον στις αναπτυγμένες χώρες (εκείνο το ψαλμικό «αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν ἡμῶν ἐν αὐτοῖς ἑβδομήκοντα ἔτη» έχει καταργηθεί, τουλάχιστον στατιστικά). Η σοφία και η πείρα των ηλικιωμένων είναι διαθέσιμη στους νεωτέρους, εφόσον βέβαια θελήσουν να την αποδεχθούν και να την αξιοποιήσουν ώστε να μην επαναλάβουν τα λάθη του παρελθόντος (κάτι που δεν το βλέπουμε συχνά). Υπάρχουν και οι συντάξεις, που στις συνθήκες της κρίσης τρέφουν οικογένειες ολόκληρες. Πολλοί ηλικιωμένοι εξακολουθούν να είναι δημιουργικοί και ωφέλιμοι τόσο για τον εαυτό τους όσο και για τους γύρω τους. Όλα αυτά μόνο θετικά μπορεί να τα δει κανείς.
     Από την άλλη όμως, το υπόλοιπο του ψαλμικού στίχου εξακολουθεί να ισχύει στο ακέραιο: «καὶ τὸ πλεῖον αὐτῶν κόπος καὶ πόνος». Μετά από κάποιο, άλλοτε άλλο όριο, αρχίζουν τα προβλήματα, που αθροίζονται με την πορεία του χρόνου. Προβλήματα υγείας, νοητικής επάρκειας, αυτονομίας, που συνεπάγονται αυξημένες ανάγκες και δαπάνες φροντίδας, με ολοένα μειούμενη αποτελεσματικότητα. Όλα αυτά δημιουργούν μια αίσθηση ματαιότητας: τι νόημα έχει το περισσότερο; Πολλοί άνθρωποι εκφράζουν τέτοια αισθήματα ακόμη και στην προσευχή τους: «Παρακαλώ τον Θεό να με πάρει, αλλά δεν με ακούει». Βλέπουν άλλους γύρω τους να φεύγουν, συχνά σε μικρότερες ηλικίες, και κουνούν το κεφάλι με απογοήτευση: «Εμένα με ξέχασε ο Θεός». Σε συνδυασμό με μια αίσθηση μοναξιάς (τα παιδιά, τα εγγόνια, οι άλλοι συγγενείς, όταν υπάρχουν, μπορεί να είναι σε απόσταση, και οι συνομήλικοι όλο και λιγοστεύουν) οδηγούνται σε κατάθλιψη. Αν δεν υπάρχει το αντίδοτο της δημιουργικής απασχόλησης, ακολουθεί αυτό που λέμε μαρασμό.
     Ο άνθρωπος γενικά έχει τέσσερεις ηλικίες. Η μία είναι καθαρά αριθμητική, ληξιαρχική: γεννήθηκα τότε, άρα είμαι τόσων ετών. Έχει τη σημασία της ως μετρήσιμο μέγεθος, και επηρεάζει τις άλλες τρεις. Η δεύτερη είναι πόσο αισθάνομαι, και συναρτάται από την κατάσταση της υγείας, την ψυχική διάθεση, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής. Καμιά φορά είναι απατηλή και μας παρασύρει σε πράξεις ασύμμετρες με τις πραγματικές μας δυνατότητες (π.χ. να κάνουμε βαριές δουλειές όπως όταν ήμασταν νεότεροι). Η τρίτη είναι καθαρά εμφανισιακή («Πόσο δείχνω;») και εξυπηρετεί σχεδόν αποκλειστικά τη ματαιοδοξία του ανθρώπου (αφού συχνά αλλοιώνεται με διάφορες καλλωπιστικές παρεμβάσεις), ενώ όχι σπάνια μας δημιουργεί μια ψευδαίσθηση για τον άλλο («Μια χαρά φαίνεται!» ή και το αντίστροφο).
     Την τέταρτη ας την ονομάσουμε βιολογική ηλικία. Αυτή τη γνωρίζουν μόνο τα κύτταρα του οργανισμού: εν μέρει μας τη δείχνουν οι διάφορες εξετάσεις αίματος και λοιπές, αλλά κυρίως αναδεικνύεται με την συμπεριφορά του ανθρώπου σε συνθήκες στρες (π.χ. ανάγκη για μια μεγάλη επέμβαση ή άλλο σοβαρό πρόβλημα υγείας). Εκεί είναι που βλέπουμε τα όρια της αντοχής και το πόσο γηρασμένος τελικά είναι ο συγκεκριμένος οργανισμός. Κάποτε είχα στη φροντίδα μου μια προχωρημένης ηλικίας γυναίκα που είχε περάσει διαδοχικά δύσκολες καταστάσεις. Η κόρη της επέμενε ότι ήταν γερός άνθρωπος: «Γιατρέ, θέλω να την φροντίσετε σα να είναι σαράντα ετών», έλεγε και ξανάλεγε, σε μια τυπική συμπεριφορά άρνησης της πραγματικότητος. Έπρεπε να της εξηγήσω ότι τα αποτελέσματα της ίδιας φροντίδας δεν είναι ίδια στον άνθρωπο των 40 και των 90 ετών. Δυστυχώς δεν υπάρχει μία μεμονωμένη εξέταση που να μας δείχνει με απόλυτη ακρίβεια την ηλικία αυτή και να προβλέπει την καλή ή κακή έκβαση μιας κατάστασης. Και συχνά οι άρρωστοι μας ξαφνιάζουν θετικά με την αντοχή τους σε προβλήματα που για άλλους αποδεικνύονται θανατηφόρα. Τα διλήμματα στο όριο ανάμεσα στο αναγκαίο και το μάταιο θα συνεχίσουν να υπάρχουν.
     Με την πάροδο του χρόνου καταγράφουμε σταδιακά κάποια ορόσημα, που μας θυμίζουν ότι κι εμείς βαδίζουμε προς τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα. Πότε αρχίσαμε να παίρνουμε τακτικά χάπια; Πότε μας πρόσφεραν για πρώτη φορά θέση στο λεωφορείο; Θυμάμαι πώς χαμογέλασα όταν, μετά από ένα χειρουργείο στο γόνατο, βγήκα για πρώτη φορά περίπατο στη γειτονιά με μπαστούνι. Πίσω μου ερχόταν ένας κύριος που κρατούσε ένα μικρό παιδί από το χέρι, λέγοντάς του: «Πρόσεχε τον παππού!». Όταν με προσπέρασε, μου ζήτησε συγγνώμη. Δεν πειράζει, του λέω, εγγόνια έχω, χρώμα ανάλογο έχουν πάρει τα υπόλοιπα μαλλιά μου, μάλλον πληρώ τα τυπικά κριτήρια ενός ‘παππού’. Μια πιο πρόσφατη και πιο έμμεση υπόμνηση ήταν η ερώτηση του ταμία στο μουσείο χειρουργικής του Εδιμβούργου τον περασμένο Ιούλιο: «Δικαιούστε μειωμένο εισιτήριο;» (εννοώντας αν είμαι άνω των 60). Ομολογώ ότι ένιωσα κάπως περήφανος για το μικρό αυτό προνόμιο.
     Συχνά στη συζήτηση για το γήρας (μη πολιτικά ορθή ονομασία της τρίτης ηλικίας) έρχεται στο προσκήνιο το θέμα της ποιότητας ζωής. Δεν υπάρχει ακριβής ορισμός της, και δύσκολα θα συμφωνήσουμε όλοι στα χαρακτηριστικά της. Πολλοί περιλαμβάνουν σ’ αυτά τις σωματικές δυνάμεις, την νοητική διαύγεια (η απώλεια της μνήμης είναι ένας υπαρξιακός φόβος), την ανεξαρτησία στη διαβίωση και την αυτοεξυπηρέτηση. Φθάνουν αυτά; Θα έλεγα ότι, με τη γλώσσα της λογικής, δεν είναι ούτε ικανές ούτε αναγκαίες συνθήκες. Υπάρχουν άνθρωποι που στερούνται όλα τα παραπάνω και όμως είναι ευτυχισμένοι, και άλλοι που δυστυχούν χωρίς να τους λείπει τίποτε από αυτά. Ο ιατρικός χώρος μας δίνει κάθε τόσο παραδείγματα όλων των κατηγοριών. Ωστόσο θα έβαζα δυο πρόσθετα στοιχεία. Το ένα είναι η δημιουργικότητα: όσο ο άνθρωπος βρίσκει νόημα και περιεχόμενο στη ζωή του, όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή, έχει ποιότητα ζωής (υπάρχουν γυναίκες που πλέκουν ασταμάτητα έχοντας χάσει σχεδόν τελείως την όρασή τους, και ο πατέρας μου συνέχιζε να γράφει και να συνθέτει βυζαντινή μουσική μέχρι την τελευταία του μέρα, ενώ έκανε τακτική αιμοκάθαρση). Το δεύτερο είναι η σωφροσύνη: δεν υπάρχει πιο ανάρμοστο και λυπηρό θέαμα από το να βλέπει κανείς γέρους να δείχνουν ή να ενθαρρύνουν συμπεριφορές που θα αποτελούσαν ντροπή σε οποιαδήποτε ηλικία, όχι από άνοια ή μειωμένο καταλογισμό αλλά από πεποίθηση, επειδή έτσι έζησαν όλη τη ζωή τους. Τέλος, μπαίνω στον πειρασμό να σημειώσω ότι η ποιότητα ζωής πολλές φορές περιλαμβάνει όχι μόνο τους ίδιους τους ηλικιωμένους, αλλά και εκείνους που τους φροντίζουν, με αποτέλεσμα να συγχέονται τα κριτήρια.
     Άφησα τελευταία τη μεταφυσική ή υπαρξιακή θεώρηση του γήρατος. Αυτή βέβαια εξαρτάται από την κοσμοθεωριακή τοποθέτηση του καθενός, οπότε περιορίζομαι σε κάποιες θέσεις από τη Χριστιανική διδασκαλία και παράδοση. Έτσι ο σοφός Σολομών μας υπενθυμίζει ότι  «γῆρας τίμιον οὐ τὸ πολυχρόνιον οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται», ενώ ως «ἡλικίαν γήρως» θεωρεί τον «ἀκηλίδωτον βίον». Υπάρχουν άνθρωποι δίκαιοι που «τελειωθέντες ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσαν χρόνους μακρούς». Εξάλλου η μνήμη του επικειμένου θανάτου είναι το αντίβαρο και αντίδοτο για οποιαδήποτε εκτροπή, ο κίνδυνος της οποίας παραμονεύει σε κάθε ηλικία προ του τάφου. Όχι με νοσηρό τρόπο, αλλά με την προσδοκία της ημέρας κατά την οποία «ἡλικία μία πάντες γενήσονται». Πότε θα συμβεί αυτό για τον καθένα; Σύμφωνα με την ωραία ευχή της λειτουργίας του Αγ. Ιακώβου του Αδελφοθέου, «ὡς θέλεις (συ ο Θεός) καὶ ὅταν θέλῃς, μόνον χωρίς αἰσχύνης καὶ παραπτωμάτων». Τα τέλη της ζωής να είναι όχι μόνο «ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά», αλλά προ παντός «Χριστιανά», και η απολογία καλή.
     Στον απόηχο της εξοδίου ακολουθίας για τον Δημήτρη Π., που έφυγε αναπάντεχα στο τραγικό προχθεσινό τροχαίο δυστύχημα στον Άγιο Βασίλειο, οι παραπάνω ευχές αποκτούν μια ιδιαίτερη αμεσότητα. Ο Θεός να αναπαύσει εκείνον, και να προετοιμάζει όλους μας.

3 σχόλια:

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ είπε...

ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΩ ΤΟΝ ΙΕΡΕΑ ΝΑ ΛΕΓΕΙ " ........ΚΑΙ ΚΑΛΗΝ ΑΠΟΛΟΓΙΑΝ..." ΕΡΩΤΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΜΟΥ ΜΗΠΩΣ Η ΛΕΞΙΣ "ΑΠΟΛΟΓΙΑ" ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Konstantinos είπε...

Υπέροχο κείμενο. Καλογραμμένο καὶ συντονισμένο πλήρως μὲ τὸ θέμα του. Μακαρι νὰ τὸ βλέπανε περισσότεροι. Ἰδίως νέοι...π.κ

Απόστολος-Γεώργιος Ι. Σοφός είπε...

Ας ισχύσουν οι τελικές ευχές σου Αντώνη. Αμήν!