Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2019

"Το ελληνικόν εστι"

Το τρέχον έτος 2019 εισέρχεται σήμερα στην τρίτη ηλικία’ του, και ήδη έχουν αρχίσει να εξαγγέλλονται επετειακοί εορτασμοί για τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821 που σηματοδότησε την αρχή της νεώτερης ιστορίας μας. Μαζί με τις εξαγγελίες ήρθαν και οι σχετικοί σχολιασμοί για ‘νέο αφήγημα’ ή ‘brand name’ του Ελληνισμού, για απαλλαγή από ‘μύθους’ (με δηκτικές αναφορές στην Αγία Λαύρα και το κρυφό σχολειό) και άλλα συναφή θέματα. Ίσως είναι κατάλληλη η στιγμή (αλλά και πότε δεν είναι;) για να αναλογισθούμε και να κωδικοποιήσουμε τα στοιχεία που συγκροτούν την  εθνική μας ταυτότητα. Οι σκέψεις που ακολουθούν είναι προσωπικές: δεν διεκδικούν κανένα αλάθητο, αλλά ούτε και αποτελούν την τελευταία λέξη πάνω στο θέμα. Άλλωστε, η έννοια της αυτεπίγνωσης είναι ρευστή, δυναμική, εξελίσσεται και διαρκεί όσο και η ζωή του καθενός μας.
     Ποιοί θεωρούνται  Έλληνες; Αν θέσουμε σε διάφορους ανθρώπους το ερώτημα, θα αποκομίσουμε ποικίλες απαντήσεις, όπως: Όσοι κατοικούν ή γεννήθηκαν στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, που τα όριά της αυξομειώνονται με τους αιώνες. Όσοι έχουν ελληνικές προγονικές καταβολές, έστω κι αν ζουν στις τέσσερεις γωνίες του πλανήτη. Όσοι «έτυχον της ημετέρας παιδείας», ανεξάρτητα από φυλετική καταγωγή.  Όσοι «κλείνουν στην καρδιά τους την Ελλάδα» (ωσαύτως). Όσοι μιλούν την ελληνική γλώσσα και είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Και ούτω καθεξής.
     Το ωραίο είναι ότι όλες οι απαντήσεις θα είναι λίγο-πολύ ορθές. Όπως στην ινδική ιστορία με τους τυφλούς που ψηλαφούν έναν ελέφαντα και τον περιγράφουν ανάλογα με το αν πιάνουν πόδι, αυτί, προβοσκίδα ή χαυλιόδοντα, έτσι και η κάθε περιγραφή απεικονίζει μια πτυχή του ελληνισμού, αλλά όχι την πλήρη εικόνα. Όπως θα έλεγε στον καθένα ο θρυλικός Νασρεντίν Χότζας, «κι εσύ δίκιο έχεις».
     Μπορούμε να βρούμε κοινό παρονομαστή ανάμεσα στις διάφορες αυτές οπτικές; Πιθανώς δεν θα συμφωνήσουμε ποτέ σε όλα τα γνωρίσματα, με πιθανή εξαίρεση την κοινή γλώσσα. Κάποιοι θα εισαγάγουν σε αντιδιαστολή και την έννοια του ‘γένους’ και του ‘Ρωμιού, με όλες τις διαφορές (πραγματικές ή φαντασιακές) που αυτή συνεπάγεται [βλ. Το ακριβώς της Δύσης και το περίπου της Ανατολής]. Οποιαδήποτε προσπάθεια τυποποίησης σε ένα (οποιοδήποτε) καλούπι θα χαρακτηρισθεί από κάποια πλευρά ως εθνικισμός, άρα ως κάτι απορριπτέο. Για να μην εκτεθούμε σ’ αυτόν τον κίνδυνο, ίσως είναι ασφαλέστερο, αλλά και πιο εποικοδομητικό, να δούμε τι ΔΕΝ είναι ελληνικό (ή τέλος πάντων δεν θα έπρεπε να είναι).
     Δεν είναι λοιπόν Ελληνισμός η περιφρονητική απαξίωση κάθε άλλης φυλής/γλώσσας/ πολιτισμού. Άλλο είναι η επίγνωση του δικού μας παρελθόντος, όχι ως αφορμή καύχησης αλλά ως ένα πρότυπο που καλούμαστε να έχουμε ως στόχο και μέτρο σύγκρισης, και τελείως άλλο η απόρριψη όλων των άλλων («πας μη Έλλην βάρβαρος»).
     Παρόμοια, δεν είναι Ελληνισμός ούτε προσφέρει κάτι στην ελληνική εικόνα η ανάδειξη φανταστικών ιστοριών και ετυμολογιών για ξένες λέξεις ή η ερμηνεία της μνηστηροφονίας στην Οδύσσεια με τάχα φιλοσοφικούς όρους, που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και, κατά το βιβλικό χωρίο, «ο λόγος αυτών ως γάγγραινα νομήν έχει».
     Δεν είναι Ελληνισμός η δουλοπρεπής αντιγραφή ξένων προτύπων ή η άκριτη αποδοχή τρόπων ζωής, ηθών και εθίμων, χωρίς προσεκτική αξιολόγηση και διαμόρφωση. Αυτό σημαίνει πρακτικά να μη νιώθουμε ‘κομπλεξικοί’ για όσα έχουμε δικά μας, ούτε για τη γλώσσα μας, ούτε για την πίστη μας, ούτε για την ιστορία μας. Με τις καλές και τις κακές τους στιγμές (και ποιος λαός δεν έχει κι απ’ τις δύο;). Με τους θρύλους και τα έπη μας. Εδώ θα μπορούσε να εντάξει κανείς όλες τις συμβολικές ημερομηνίες και γεγονότα που θυμόμαστε και εορτάζουμε. Έτσι, οι αλλεργικού τύπου’ αντιδράσεις κάποιων στην ημερομηνία της 25ης Μαρτίου ή την τοποθεσία της Αγίας Λαύρας ως αφετηρίας της Επανάστασης ουσιαστικά είναι αντιπαλότητα προς την Εκκλησία και τον συμβολισμό του Ευαγγελισμού για την παλινόρθωση του σκλαβωμένου Ελληνισμού. Πολύ περισσότερη σημασία έχει να σκεφθούμε πού οδηγήσαμε την επανάσταση μετά τον πρώτο της χρόνο και για ποιους λόγους. Διακόσια χρόνια μετά, τα διδάγματα από τις εμφύλιες έριδες της εποχής εκείνης έχουν περάσει απαρατήρητα, με αποτέλεσμα στην περίοδο αυτή να ζήσουμε τον ένα μεγάλο Διχασμό μετά τον άλλο.
     Δεν είναι Ελληνισμός η ξενομανία και ξενοδουλεία, η καλλιέργεια αγγλοφίλων, ρωσοφίλων, κινεζοφίλων, αμερικανοφίλων, Ευρωπαϊκών ή αντι-ευρωπαϊκών κομμάτων ή ιδεολογιών (δεν χρειάζεται να φέρουν το όνομα, το περιεχόμενο μετράει). Ελληνισμός είναι το καλώς νοούμενο εθνικό συμφέρον’ που να μη βλάπτει κανέναν απρόκλητα.
     Δεν είναι Ελληνισμός η κάθε λογής μαγκιά, το νταηλίκι, το «έτσι μ’ αρέσει», το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», το «τί είπες ρε...;» [ο σχετικός προσδιορισμός παραλείπεται ως ευκόλως εννοούμενος] και τα τούτοις όμοια. Δεν είναι Ελληνισμός η κουτοπονηριά, η κρυψίνοια, η προχειρότητα, η αδιαφορία, η κολακεία και το ‘γλείψιμο’ των ισχυρών, η συνεχής αντιπαλότητα με τους άλλους. Αντίθετα, Ελληνισμός είναι ειλικρίνεια, ευθύτητα, ευαισθησία, φιλότιμο, παρρησία, ευθυκρισία, ενδιαφέρον για τα κοινά, ανάληψη πρωτοβουλιών αλλά και ευθυνών, διάθεση για συνεννόηση και κατανόηση.
     Ελληνισμός σημαίνει αξιοκρατία και όχι ευνοιοκρατία. Τάξη και όχι χάος. Πειθαρχία και όχι ασυδοσία. Φιλοκαλία και όχι ‘κιτσαριό’. Ευτέλεια και όχι πολυτέλεια. Λιτότητα και όχι χλιδή βίου. Αυτάρκεια και όχι απληστία. Νηφαλιότητα και όχι παρορμητισμό. «Χαίρειν μετά χαιρόντων» και όχι ζήλεια και φθόνο για τη χαρά, το καλό, την επιτυχία του γείτονα. Μπορεί κανείς να απαριθμήσει και πολλά ακόμη ζεύγη αντιθέσεων.
     Μπορούμε σε κάθε μας επιλογή να «αποστυγούμεν το πονηρόν» και να «κολλώμεθα τω αγαθώ»; Μπορούμε να είμαστε μέλισσες που συλλέγουν το νέκταρ από κάθε λουλούδι, χωρίς όμως να παύουν να είναι μέλισσες; Να είμαστε Έλληνες στη ρίζα, χωρίς να ζούμε αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά και χωρίς να συσχηματιζόμαστε και να πολτοποιούμαστε μέσα του. Δεν χρειάζεται π.χ. να γίνουμε Ευρωπαίοι Έλληνες: μπορούμε κάλλιστα να είμαστε Έλληνες πολίτες της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου. Όχι με υπεροψία, αλλά με παρρησία και αυθεντικότητα. Ώστε να πείθουμε και να αναγκάζουμε (με την καλύτερη έννοια του όρου) τους άλλους να μας δέχονται ως γνήσιους Έλληνες.
     Οπωσδήποτε δεν εξαντλείται ένα τόσο μεγάλο θέμα σε λίγες λέξεις. Σίγουρα κάποια στιγμή θα επανέλθουμε, προσθέτοντας λογισμούς και προβληματισμούς, είτε ως διαπιστώσεις είτε ως ευχές, πάντως ως συμβολή στη συλλογική μας πρόοδο και προκοπή, για όσα ακόμη χρόνια μας επιφυλάσσει ο Θεός και η ιστορία. 
     Καλή (εκκλησιαστική) χρονιά!

1 σχόλιο:

Απόστολο είπε...

Τεράστιο Θέμα. Καλή Χρονιά!