Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Α-κίνητος στην πόλη

Σάββατο, παραμονή εκλογών. Καιρός αίθριος, θερμοκρασία προς τα άνω για την εποχή. Μετά την πρωινή λειτουργία στο μοναστήρι πηγαίνω στην κλινική με την ελπίδα ότι οι λίγες εκκρεμότητες θα κλείσουν χωρίς να ανοίξουν καινούργιες. Παίρνω καφέ και τυροκούλουρο από το κυλικείο και παράλληλα ασχολούμαι λίγο με μια ενδιαφέρουσα μετάφραση που ετοιμάζω (μη ζητάτε λεπτομέρειες, εν καιρώ θα φτάσουμε και σ’ αυτές) μέχρι να έρθει η ώρα να δω τους ασθενείς. Και οι δύο φεύγουν, συμπληρώνω τα χαρτιά τους, οδηγίες και συμβουλές και ραντεβού για επανέλεγχο, και έτοιμος κι εγώ για δρόμο. Αφήνω το αυτοκίνητο στο σπίτι, αφήνω και το κινητό που θέλει φόρτιση--πώς είναι άραγε η ζωή χωρίς την παρουσία του;
     Παίρνω το λεωφορείο για την πόλη. Από τον καιρό που μετέφερα το ιατρείο από το κέντρο η κάθοδος σε εργάσιμες ώρες έχει γίνει πολύ σπάνια. Χρειάζεται να έχεις διαθέσιμη τουλάχιστον μισή μέρα για να το διασκεδάσεις, και να μη σε δυσκολεύει και το γόνατο στο βάδισμα. Σήμερα οι συνθήκες είναι σχεδόν ιδανικές. Λείπει αρκετός κόσμος (λόγω ψήφου), η ζέστη είναι υποφερτή, φτάνω στο κέντρο με άνεση. Πρώτη στάση ο ‘Ραγιάς’, το παραδοσιακό βιβλιοπωλείο στην Ερμού. Προχθές διάβασα σ’ ένα ηλεκτρονικό δημοσίευμα ότι κλείνει μέχρι τέλος του μηνός και ότι το στοκ θα πάει για πολτοποίηση, και είπα να προλάβω. Λίγο πριν φτάσω βρίσκω στο δρόμο μια συνάδελφο και φίλη, συχνή επισκέπτρια της πόλης. «Έχει δυο χρόνια που ξεπουλάει», μου λέει, «δεν είναι τωρινή υπόθεση». Αυτά παθαίνει όποιος δέχεται αβασάνιστα τις διαδικτυακές ειδήσεις. Κατεβαίνω στο υπόγειο, κόσμος αρκετός φυλλομετράει τα κάποιας (ως επί το πλείστον προχωρημένης) ηλικίας βιβλία κάθε είδους μέσα σε μια ατμόσφαιρα με τη χαρακτηριστική οσμή και σκόνη του παλιού χαρτιού. Ανώδυνο το πέρασμα, μου φέρνει στη σκέψη τη γνώμη του Francis Bacon, ότι ‘μερικά βιβλία είναι για να τα γεύεσαι μόνο, άλλα για να τα καταπίνεις, και κάποια λίγα για να τα μασάς και να τα χωνεύεις’. Θα πρόσθετα, ‘και πολλά άλλα για να τα προσπερνάς εντελώς άγευστα’, κι ας πάνε κατευθείαν για πολτοποίηση, κάτι που στην εποχή του Bacon (1561-1626) ήταν άγνωστο είδος. Φεύγω με άδεια χέρια, ψηλαφώντας κάθε τόσο τη ζώνη μου για το κινητό που λείπει.
     Δυο δρόμους παρακάτω βρίσκω άλλο μεγάλο και επώνυμο βιβλιοπωλείο. Κι εδώ προσφορές, ας περάσουμε. Αν επί Bacon τα βιβλία ήταν σπάνιο είδος και σύμβολο πολυτέλειας (μήπως και φορολογικό τεκμήριο;), σήμερα είναι πολλαπλάσια των δυνητικών αναγνωστών. Ίσως ισχύει και γενικώτερα αυτό που έγραφε ο μακαρίτης David Pyke για τα ιατρικά συγγράμματα: «Δεν τα διαβάζουμε, τα γράφουμε». Βέβαια αυτός που γράφει το κάνει κατά πρώτον γιατί (νομίζει ότι) έχει κάτι να πει, θέλει να το βγάλει από μέσα του, και κατά δεύτερον για να τον διαβάσουν. Το καλύτερο βιβλίο, αν μείνει αδιάβαστο, είναι κυριολεκτικά κενό γράμμα. Στην εποχή μας ο πληθωρισμός στο έντυπο (για να περιορισθούμε σ’ αυτό) έχει οδηγήσει μοιραία σε αραίωση της ποιότητας και δυσκολία να βρεις το λίγο και καλό ‘χαβιάρι’ μέσα στον πολύ χυλό που κυκλοφορεί. Υπάρχουν άραγε αναγνώστες για όλα αυτά τα χιλιάδες βιβλία που κυκλοφορούν; Πόσοι κερδίζουν κάτι από αυτά που διαβάζουν; Ενώ κάνω αυτές τις σκέψεις βρίσκω μπροστά μου μια συλλογή κειμένων παλαιού και γνωστού μου καθηγητή: εδώ ξέρω με ποιον έχω να κάνω. Το παίρνω για να το προσθέσω στη στοίβα των βιβλίων που, όπως έλεγε ένας διευθυντής μου στην Αγγλία, παίρνουν αργά-αργά σειρά προτεραιότητος στο ενδιαφέρον μου.
     Πάμε παρακάτω. Το επόμενο μεγάλο βιβλιοπωλείο, στην Αριστοτέλους, έχει στην προθήκη του δυο κυρίως βιβλία. Το ένα, πολυδιαφημισμένο δυσανάλογα με το δύσοσμο περιεχόμενό του ‘γκρίζο’ πορνογράφημα (έτσι κατασκευάζονται τα ‘μπεστ σέλερ’). Το άλλο, το τελευταίο πόνημα γηραιού επώνυμου φιλοσόφου καθηγητή και νυν τακτικού επιφυλλιδογράφου, που έχει τη δική του σχολή σκέψης και οπαδών. Θα γράφει άραγε κάτι διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα; Η απαισιόδοξη πρόβλεψή του περί του τέλους της Ελλάδος έχει δικαιωθεί, κατά τον ίδιο, σε κάποιο βαθμό. Η κατά κεφαλήν καλλιέργεια των Ελλήνων έχει πέσει, όπως μας διατυμπανίζει εδώ και καιρό. Κάποια στιγμή ακόμη και οι φιλόσοφοι δεν πρέπει να έχουν ημερομηνία λήξης; Προσπερνώ αδιάφορος. Το κινητό συνεχίζει να μη με ενοχλεί--ξέχασα, λείπει. Τι χαρά!
    Ολοκληρώνοντας τον περίπατο, μια και η ζέστη έχει ανέβει αισθητά, παίρνω το αστικό για το σπίτι. Άνετη η διαδρομή. Βαδίζω αρκετά από τη στάση, προσπερνώντας σύρριζα (μην πάει ο νους σας στο πονηρό...) τη μεγάλη λαϊκή αγορά του Σαββάτου. Φθάνω στο σπίτι μούσκεμα στον ιδρώτα, αλλά ικανοποιημένος από τη βόλτα. Το κινητό στο τραπέζι αναβοσβήνει. Τρεις αναπάντητες κλήσεις, όλες από το έτερον ήμισυ που φροντίζει άλλες εκκρεμότητες σήμερα και θα ανησυχεί για την ‘σιγή ασυρμάτου’ που επικρατεί. Την καλώ αμέσως.
     «Αργώ να τελειώσω, θα ψήσεις τα ψάρια;» μου λέει.
     Προφανώς η διασκέδαση του πρωινού έχει και το τίμημά της. 
 

1 σχόλιο:

Pavlos Ntafoulis είπε...

Μ' άρεσε το "ακίνητος" στον τίτλο, αλλά κορυφαίο αυτό για τα βιβλία που γραφονται και δεν διαβάζονται.