Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ανάγνωση και γραφή

Γλώσσα και κείμενο δεν είναι βέβαια συνώνυμα. Ωστόσο τη γλώσσα συνήθως την συναντούμε μέσα από τις γραπτές της εκφράσεις (δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τον προφορικό λόγο). Εκεί έχουμε την άνεση να την περιεργασθούμε, να τη σκεφτούμε και να την κρίνουμε.
     Λοιπόν, ένα κείμενο (όπως και τόσα άλλα πράγματα και φαινόμενα στον κόσμο) μπορεί να το δει κανείς από πολλές οπτικές γωνίες. Έτσι π.χ. ο φιλόλογος θα προσέξει τη γραμματική, τη σύνταξη, την ορθή χρήση των χρόνων κτλ. Ο γλωσσολόγος μπορεί να δει την ποιότητα των λέξεων, την προέλευσή τους, αν υπάρχουν λέξεις σπάνιες ή πρωτοεμφανιζόμενες κτλ. Ο λογοτέχνης θα κρίνει τη δομή, τα λεκτικά σχήματα, την πλοκή, τους χαρακτήρες και τον διάλογο (αν πρόκειται για ιστορία). Ο ιστορικός της λογοτεχνίας μπορεί να τοποθετήσει χρονικά το κείμενο και να το συγκρίνει με άλλα αντίστοιχα της ίδιας ή άλλης εποχής. Ο ψυχολόγος θα διαγνώσει στα πρόσωπα και τις ιδέες κρυφά κίνητρα και συναισθηματικές καταστάσεις και συγκρούσεις. Ο ιδεολόγος (οποιουδήποτε είδους) μπορεί να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο αν το κείμενο περιέχει αναφορές π.χ. στην οικολογία ή την πάλη των τάξεων. Ο κάθε είδους επαγγελματίας θα σταθεί ιδιαίτερα σε σημεία που άπτονται του δικού του γνωστικού πεδίου (π.χ. ιατρική, νομική κτλ.). Και ο κοινός, μη ειδικός αναγνώστης; Υποθέτω ότι θα περιορισθεί στο αν η ιστορία τον ενδιαφέρει ή όχι.
     Βέβαια ο διαχωρισμός αυτός είναι εντελώς τεχνητός. Ανάμεσα στις αυστηρά ορισμένες κατηγορίες που παραθέσαμε υπάρχουν όλα τα υβρίδιά τους, και φυσικά δεν απαγορεύεται ο κάθε αναγνώστης να κρίνει τη σύνταξη ή να επισημάνει τα ορθογραφικά λάθη ενός κειμένου ή οτιδήποτε άλλο. Ο βαθμός στον οποίο θα το κάνει εξαρτάται από την προσωπική του κατάρτιση και ευρύτερη καλλιέργεια, τον χρόνο και τις συνθήκες της ανάγνωσης (π.χ. διαβάζει επαγγελματικά και κριτικά, διαβάζει για να μάθει ή να απομνημονεύσει, ή διαβάζει χαλαρά στον ελεύθερο χρόνο του;). Και τα συμπεράσματα στα οποία θα καταλήξει η κριτική του μπορεί να διαφοροποιούνται από τις συνθήκες αυτές. Έτσι, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα μπορεί να συναρπάζει με την πλοκή και τη δράση του, να είναι όμως δεύτερης κατηγορίας από λογοτεχνικής πλευράς και η γραμματική του να είναι για πέταμα. Και αντίστροφα, ένα γλωσσικά άψογο κείμενο μπορεί να είναι τελείως αδιάφορο ως προς το περιεχόμενο.
     Συμπέρασμα: Η καλή χρήση της γλώσσας δεν μπορεί να αντικαταστήσει την έλλειψη περιεχομένου. Το περιεχόμενο (ή το μήνυμα) του κειμένου μπορεί να ντυθεί με καλύτερα ή με χειρότερα 'ρούχα' (γλώσσα), και αυτό να του δώσει 'προστιθέμενη αξία'. Ο συνδυασμός μορφής και ουσίας είναι το καλύτερο δυνατό σενάριο.
     Η σύνταξη/δημιουργία ενός κειμένου είναι μια διαδικασία που έχει κάποια στοιχεία: χώρο, χρόνο, σκοπό, κίνητρο… Ο τρόπος, το ύφος και η γλώσσα της γραφής έχουν να κάνουν με τον σκοπό της γραφής, με το είδος του κειμένου, με την ταυτότητα και την ιδιότητα του αποδέκτη/αναγνώστη και το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Αλλιώς γράφουμε μια εργασία για δημοσίευση σε επιστημονικό περιοδικό (συνήθως το κάθε έντυπο έχει τους δικούς του αναλυτικούς κανόνες/απαιτήσεις), αλλιώς ένα εκλαϊκευμένο άρθρο για γενικό ακροατήριο, μια αίτηση σε δημόσια υπηρεσία, μια επιστολή διαμαρτυρίας, ένα ‘πύρινο’ πολιτικό άρθρο ή ένα ελεύθερο ανάγνωσμα (διήγημα ή μυθιστόρημα).
     Υπό την έννοια αυτή, η γλώσσα και το ύφος της γραφής (δεν είναι πάντα εύκολο να σύρεις διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο) μπορεί να θεωρηθεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τεχνητή, προσποιητή και επιτηδευμένη. Η επιτήδευση μπορεί να είναι ντύσιμο με καλά ή με πρόχειρα ρούχα, με ξεφτισμένη φόρμα εργασίας ή με βραδινό ένδυμα: το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Τα κείμενα του ‘Ριζοσπάστη’, οι ανακοινώσεις των κομμάτων και οι εγκύκλιοι κάποιων μητροπολιτών πάσχουν από  την ίδια αρρώστια – απλώς διαφέρουν τα ‘εξανθήματα’ κατά περίπτωση. Η τεχνητή γλώσσα (είτε αρχαΐζουσα είτε ‘μαλλιαρή’ ή οποιαδήποτε άλλη) μπορεί να είναι εκτός τόπου και χρόνου (π.χ. μια αρχαιοπρεπής εκκλησιαστική εγκύκλιος απέχει παρασάγγας από τη γλώσσα του ακροατηρίου προς το οποίο απευθύνεται, και συνεπώς γίνεται αντιληπτή ως ξένο σώμα, όπως και μια σχοινοτενής επαναστατική προκήρυξη). Για να θυμηθούμε τη ‘Βαβυλωνία’, η ερώτηση του Ανατολίτη «Σακίν Λογκιώτατο, μπαμπά σου γλώσσα γιατί ντεν μιλάς;» είναι εξίσου ‘εκτός’ με την απάντηση του Λογιωτάτου: «Την των προγόνων διαλέγεσθαι χρη». Κι αν στη λογοτεχνία η επιτήδευση είναι εργαλείο στα χέρια του συγγραφέα-δημιουργού, που τη χρησιμοποιεί για να ζωγραφίσει τους χαρακτήρες του και να πλέξει την ιστορία που θέλει, στον επίσημο δημόσιο λόγο καταντά να ενεργεί αρνητικά, σε βαθμό που να την ονομάζουμε «ξύλινη», τυποποιημένη, γεμάτη στερεότυπες φράσεις, άνευρη, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο ή προτάσεις για λύσεις (που ίσως βέβαια δεν υπάρχουν).
     Αφορμή για να σκεφτώ και να γράψω τα παραπάνω ήταν η εντρύφησή μου προ καιρού στο βιβλίο 'Μίλα μου για γλώσσα' του Φοίβου Παναγιωτίδη, που φέρει τον υπότιτλο ‘Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία’. Τελειώνοντάς το σκεφτόμουν ότι είναι άλλο πράγμα να χρησιμοποιείς τη γλώσσα ως καθημερινό εργαλείο είτε σε βασικό επίπεδο (για τις τρέχουσες ανάγκες) είτε σε πιο ειδικό (για να γράφεις κείμενα για δημόσια ανάγνωση και κρίση), και εντελώς άλλο να ψηλαφάς, έστω και ακροθιγώς, τη θεωρία της γλώσσας, με τις δικές της έννοιες και το ιδιαίτερο λεξιλόγιό της. Η ανάγνωση ενός εξειδικευμένου, έστω και εκλαϊκευμένου, βιβλίου δεν μας κάνει βέβαια γλωσσολόγους, μας βάζει όμως για λίγο στη σκοπιά και στην οπτική γωνία ενός ειδικού [κατ’ αναλογίαν, προ καιρού ξαναδιάβασα το ‘Airport’ του Arthur Hailey, κάνοντας ένα σύντομο πέρασμα μέσα από τον σύνθετο κόσμο των αεροπορικών συγκοινωνιών: δεν έγινα πιλότος ούτε διευθυντής αεροδρομίου, απλώς είδα κάποια πράγματα ‘εκ των έσω’]. Δεν μπορούμε ίσως να εξηγήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στις συλλαβοχρονικές και τις τονοχρονισμένες γλώσσες (ούτε και μας ενδιαφέρει). Ωστόσο, έχουμε καταλάβει ότι επικοινωνία δεν είναι μόνο ο γλωσσικός σκελετός, αλλά και τα συμφραζόμενα και το περικείμενο και οι προθέσεις του ομιλούντος ή του γράφοντος. Κι αυτό έχει σημασία να το γνωρίζουμε, ούτως ώστε οι λόγοι μας (προφορικοί και γραπτοί) να μην καταλήγουν σε ‘διαλόγους κωφών’ (φαινόμενο τόσο συχνό στη ζωή μας), αλλά να οδηγούν σε αμοιβαία κατανόηση και γνήσια κοινωνία. 
 

1 σχόλιο:

Απόστολο είπε...

Πολύ ωραία ανάλυση. Για να υπάρξει επικοινωνία και συνεννόηση σε έλλογα όντα είναι απαραίτητος ένας ελάχιστος νοητικός κώδικας μεταξύ τους. Ένα κοινό λογικό πλαίσιο σημαινόντων και σημαινομένων που αν συμμετέχει και η γλώσσα, θέτει σε κίνηση με τη νόηση τα αντίστοιχα εγκεφαλικά κέντρα της σκέψης ώστε η πληροφορία να περνά μέσω του λόγου στους άλλους. Αν αυτό δεν επιτευχθεί, η συνεννόηση καθίσταται αδύνατη και αν ποτέ αυτή «συμβεί» θα πρόκειται για παρανόηση αρχικά, σύγχυση σε δεύτερο στάδιο, αντιπαράθεση σε τελικό. Προσωπικά, εκτιμώ περισσότερο τον αυθόρμητο αληθινό προφορικό λόγο. Τελικά, πιστεύω ότι σημασία δεν έχει τόσο πώς λες κάτι, χωρίς αυτό να σημαίνει ασυνταξία, αλλά τι λες.