Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Ποίηση και μουσική

Ξημέρωμα. Εφτά η ώρα και είναι πλέον νύχτα ακόμη, λίγο πριν μπούμε στη χειμερινή ώρα. Ανάγνωση στους Ψαλμούς (89 και 90): ‘Κύριε, καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά’. ‘Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου εν σκέπη του Θεού του ουρανού αυλισθήσεται’. Παρήγορα κείμενα, γαληνεύουν την ψυχή μέσα σε τρικυμίες: χθες τέτοια ώρα υπέγραφα αποβιωτήριο στην κλινική. Καταπιάνομαι με τις εκκρεμότητες της ημέρας. Γράφω συνταγές στον υπολογιστή, τυπώνω και το κείμενο από το Τραγούδι του νεκρού αδελφού--παραγγελιά αυτό, τι βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο! Ξεχασμένοι στίχοι, ιστορία μιας άλλης εποχής όπου ο θρύλος έσμιγε με την καθημερινότητα.
     Συνεχίζω με πρόγευμα, απαραίτητο καύσιμο για τη μέρα που έχει ήδη αρχίσει. Κάνω μια σύντομη επίσκεψη στην τράπεζα. Προχθές το Δημόσιο μας πλήρωσε χρέη δύο ετών από ιατρικές επισκέψεις, κουρεμένα αλλά καλύτερα από το τίποτε: τα είχα από καιρό ξεγράψει. Σήμερα παίρνει πίσω τα μισά με τον τέταρτο (και τελευταίο για φέτος;) φόρο ακινήτων. Ας μην αθροίσω τα ποσά που πληρώσαμε συνολικά, θα μου χαλάσει την ψυχολογία. Φεύγω εγκαίρως για να προμηθευτώ ‘πρόγευμα’ και για το αυτοκίνητο. Το πρώτο πρατήριο έχει ξεμείνει από απλή αμόλυβδη. Το δεύτερο μου προτείνει την ενισχυμένη σε τιμή ευκαιρίας. Απορρίπτω την προσφορά: καθένας κοιτάζει το δικό του όφελος. Απέναντι ένας μαθητής με λευκό πουκάμισο ανηφορίζει με τη σημαία στον ώμο. Δοκιμαστική παρέλαση; Όχι. Μερικές εκατοντάδες μέτρα παραπάνω, στην Πυλαία, περιμένουν σήμερα τον Πατριάρχη. Αστυνομία παντού, στη διασταύρωση μια μοτοσικλέτα από την ομάδα ΔΙΑΣ. Μακριά μαύρα μαλλιά κάτω από το λευκό κράνος--μήπως είναι η Ήρα; Αν σταματήσω και τη ρωτήσω μήπως τη λένε Καλυψώ, θα καταλάβει το υπονοούμενο; Όχι αν δεν έκανε Οδύσσεια στο Γυμνάσιο: ‘Δία θεάων’ ονομάζει την νύμφη της Ωγυγίας ο Όμηρος. Αφήνω το ανέκδοτο για άλλη φορά, δεν είναι μέρα για παρεξηγήσεις.
     Στο συνωστισμένο σαλόνι της κλινικής βλέπω μια γνωστή φυσιογνωμία: είναι ο παλιός μου καθηγητής στην ειδικότητα. Ανταλλάσσουμε χαιρετισμούς, μόλις την περασμένη εβδομάδα τον σκεφτόμουν. Από εκεί και μετά η αδρεναλίνη ανεβαίνει απροσδόκητα και κατακόρυφα. Το πρώτο ραντεβού είναι ήδη εδώ. Το οξύμετρο έχει ξεμείνει από μπαταρίες, το δεύτερο το ίδιο, και δεν κατέγραψε και τη νυκτερινή εξέταση, άρα θα πρέπει να την επαναλάβω. Κάνω τις απαραίτητες αλλαγές, συνεχίζω, εν μέσω τηλεφωνημάτων από δυο μεριές: το κινητό και το εσωτερικό χτυπούν εναλλάξ, εκ συστήματος. Πριν προλάβω να δω τον πρώτο έρχεται ο δεύτερος, και ο τρίτος. Καθένας χρειάζεται τις δικές του εξετάσεις. Πάνω-κάτω στο ακτινολογικό για να βλέπω τα αποτελέσματα. Όλα καθησυχαστικά, μεγάλη υπόθεση. Ευτυχώς το ηλεκτρονικό σύστημα δεν παίζει καθυστερήσεις σήμερα, αλλά κάθε φορά απαιτεί από την αρχή τους κωδικούς του, τα συνθηματικά του, τις διαγνώσεις του, τα ICD-10 του. Κάπου ανάμεσα, ένα μήνυμα: ‘Δώσατε λάθος ΑΜΚΑ’ (πού το ξέρει;) Βρίσκω το σωστό, επαναλαμβάνω τη διαδικασία, όλα εντάξει. Σπαστικό. Ευτυχώς από το πρωί μου έχει κολλήσει το εμβατήριο των ταυρομάχων από την ‘Κάρμεν’ του Μπιζέ, και το επαναλαμβάνω σε κάθε κενό: μου ανεβάζει τη διάθεση, με προετοιμάζει για το επόμενο επεισόδιο. Πρέπει να το σφύριξα τουλάχιστον δέκα φορές από το πρωί. Λες και φορτίζει τη δική μου μπαταρία.
     Μου χρειάζεται οπσωσδήποτε στην επόμενη άρρωστη, που είναι 45 χρόνων και μετά βίας ζυγίζει 35 κιλά. Ο καρκίνος είναι ζωγραφισμένος πάνω στο πρόσωπο και το σώμα της με τα πιο ζοφερά χρώματα (είναι άραγε αυτό το ‘απόκριμα του θανάτου’ που λέει ο Απόστολος Παύλος;). Αυτή τη φορά έχει γεμίσει υγρό. «Θα σε τρυπήσω», της λέω. Ακόμη και η ανακουφιστική παρέμβαση είναι καμιά φορά επώδυνη. Το υγρό δεν είναι το συνηθισμένο κίτρινο ή αιμορραγικό: η όψη και η οσμή του προδίδουν τα αναερόβια μικρόβια που το προκαλούν, μια συλλογή γεμάτη πύον, που καλύτερα να αδειάσει για να διευκολύνει την υποχώρηση της λοίμωξης. Μακάρι να την βοηθήσει λιγάκι, στον όσο χρόνο της απομένει μέχρι το τέλος. Κάρμεν και πάλι!
      Ο ρυθμός αυτός συνεχίζεται επί τέσσερεις ώρες. Μυστήριο πράγμα! Όταν υπολογίζεις ότι θα έχεις ελεύθερο χρόνο και παίρνεις μαζί σου γραφική εργασία για διεκπεραίωση, ξέχνα την, δεν υπάρχει κενό ούτε για ανάσα. Μόνο για το εμβατήριο του Μπιζέ, και συνεχίζουμε. Πρέπει να πάω και στο πανεπιστήμιο. Ευτυχώς βρίσκω στο τηλέφωνο την γραμματέα της σχολής. Φοβόμουν ότι με την απεργία μπορεί να έλειπε. Με μια ώρα καθυστέρηση βρίσκομαι εκεί. Τα χαρτιά του αδελφού μου δεν είναι έτοιμα, πρέπει να ξανασταλούν οι φόρμες από την Αμερική. Με εξυπηρετεί χωρίς καμία γκρίνια ή δυσανασχέτηση. Καλό αυτό, μάθημα και για μένα. Έχει μπροστά της αλληλογραφία απ’ όλο τον κόσμο: «Η Καλιφόρνια είναι η χειρότερη στη γραφειοκρατία», μου λέει.
     Επόμενος σταθμός το απέναντι πανεπιστημιακό νοσοκομείο. Φίλος καθηγητής μου έχει ζητήσει να δώσω γνώμη για κάποιους ασθενείς. [Εμβόλιμη συντεχνιακή σημείωση: Ολόκληρο το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ δεν διαθέτει ούτε έναν πνευμονολόγο, ενώ έχει δεκάδες γιατρούς όλων των άλλων ειδικοτήτων. Ουδέν σχόλιον]. Πρόσθετη πνευματική κούραση, και μάλιστα σε ώρα που φαγητό και ύπνος είναι οι μόνες επιθυμίες μου. Ωστόσο η ανταλλαγή απόψεων με τους νεώτερους συναδέλφους είναι πάντα αναζωογονητική: βλέπουμε ενδιαφέρουσες ακτινογραφίες και δύσκολους αρρώστους. Λίγη βοήθεια για εκείνους, σημαντική διανοητική πρόκληση και τροφή για μένα. Αμοιβαίο όφελος. Ώρα για σπίτι.
     Το απόγευμα είναι διαφορετικό. Δουλειά σε πιο ήπιο ρυθμό για ένα δίωρο, που αφήνει χρόνο για το γράψιμο που ήθελα να κάνω το πρωί. Αυτό θέλει και υπόκρουση. Αρχίζω με Μπαχ στο YouTube, συνεχίζω με Ροδρίγο, φτάνω στο Αντάτζιο σε σολ μινόρε. Έρχεται ένας παλιός γνωστός για μια συνταγή. «Τι σταθμό ακούς, γιατρέ;» με ρωτάει. Του εξηγώ. Δεν έχει ξανακούσει το όνομα του Αλμπινόνι, παρακολουθεί σχεδόν με έκσταση το φανταστικό κομμάτι. «Ακούγεται άνετα και από έναν που δεν ξέρει», μου λέει. Μαζί με τη συνταγή τελειώνει και η μουσική. Σηκώνεται να φύγει, με ευχαριστεί και για τα δυο. «Πάρε και τη μουσική μαζί σου», του λέω και του γράφω το όνομα του συνθέτη και του έργου. Συνταγή κι αυτή, καλύτερη από ψυχοφάρμακο. Τέλος.
     Κάπου στην ‘Πολυάννα’ γράφει ότι δεν υπάρχει επιστημονική εξήγηση για τις μέρες που όλα πάνε στραβά. Θέλω να πιστεύω ότι τίποτε δεν πήγε στραβά σήμερα. Ωστόσο, δεν υπάρχει εξήγηση ούτε για τις μέρες που όλα έρχονται σωρηδόν, χωρίς ανάσα. Κλείνω τη μέρα ακούγοντας το ενθουσιαστικό φινάλε της ‘Αρλεζιέν’, και πάλι από τον Μπιζέ. Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα (αυτό από τη Σκάρλετ Ο’Χάρα). Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.

     [Σημείωση για τους μουσόφιλους: Το αντάτζιο υπάρχει σε όσες βερσιόν θέλετε, και σχεδόν για κάθε όργανο--διαλέξτε όποια σας ταιριάζει].

2 σχόλια:

GALINOS είπε...

Τα χρονογραφήματα σου, ξεπερνούν την έννοια της προμετωπίδος της ιστοσελίδας σου..Είναι ζωντανά σημεία στίξης, που μαλακώνουν την καρδιά.Ευχή δική μου, βρές χρόνο, και ¨πύκνωσέ¨τα. Είναι στιγμιότυπα αληθινής ζωής, κι αξίζει να τα μαθαίνουμε εμείς οι ¨άπ έξω¨...

Α. Παπαγιάννης είπε...

Ευχαριστώ! Οι περισσότερες μέρες είναι πολύ πιο "πεζές", και τέτοιου είδους ημερολόγιο θα απαιτούσε πολύ περισσότερο χρόνο. Ωστόσο, κρατώ την ιδέα...